Βʹ. Φθέγξομαι μὲν οὖν, ἐπειδὴ τοῦτο κελεύομαι, φθέγξομαι δὲ πρός τε τὸν ἀγαθὸν τοῦτον ποιμένα, καὶ τὴν ἱερὰν ποίμνην ὑμᾶς, ἅ μοι δοκεῖ βέλτιον εἶναι, ἐμέ τε εἰπεῖν, καὶ ὑμᾶς ἀκοῦσαι σήμερον. Τί ὅτι τοῦ συμποιμαίνοντος ἐδεήθης; Ἀπὸ σοῦ γὰρ ὁ λόγος ἄρξεται, ὦ φίλη καὶ τιμία μοι κεφαλὴ, καὶ τῆς Ἀαρὼν ἐκείνης ἀξία, καθ᾽ ἧς στάζει τὸ πνευματικόν τε καὶ ἱερατικὸν ἐκεῖνο μύρον ἄχρι πώγωνος καὶ ἐνδύματος. Τί ὅτι, πολλοὺς στηρίζειν ἔτι καὶ χειραγωγεῖν δυνάμενος, καὶ μέντοι καὶ χειραγωγῶν ἐν τῇ ἰσχύϊ τοῦ Πνεύματος, βακτηρίαν ὑποβάλλῃ τοῖς πνευματικοῖς ἔργοις καὶ ἔρεισμα; Ἢ τοῦτο εἰδὼς καὶ ἀκούων, ὅτι καὶ μετὰ Ἀαρὼν ἐκείνου τοῦ πάνυ ἐχρίσθησαν Ἐλεάζαρ καὶ Ἰθάμαρ οἱ υἱοὶ Ἀαρών; τὸν γὰρ Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ ἐκὼν ὑπερβήσομαι, δέει τῆς βλασφημίας· καὶ Μωϋσῆς ἀνθ᾽ ἑαυτοῦ τὸν Ἰησοῦν ἀναδείκνυσιν ἔτι ζῶν ἀντὶ νομοθέτου καὶ στρατηγοῦ, τοῖς ἐπὶ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ἐπειγομένοις; Καὶ τὸ μὲν γὰρ τοῦ Ἀαρὼν καὶ τοῦ Ὢρ ὑποστηριζόντων τὰς χεῖρας Μωϋσέως ἐπὶ τοῦ ὄρους, ἵν᾽ ὁ Ἀμαλὴκ καταπολεμηθῇ τῷ σταυρῷ, πόῤῥωθεν σκιαγραφουμένῳ καὶ τυπουμένῳ, δοκῶ μοι παρήσειν ἑκὼν, ὡς οὐ σφόδρα οἰκεῖον ἡμῖν καὶ πρόσφορον· οὐ γὰρ συννομοθέτας ᾑρεῖτο τούτους Μωϋσῆς, ἀλλ᾽ εὐχῆς βοηθοὺς, καὶ καμάτου χειρῶν ἐρείσματα.
Μετάφραση
Βʹ. Θα μιλήσω λοιπόν, επειδή αυτό προστάζομαι, και θα απευθυνθώ τόσο προς αυτόν τον αγαθό ποιμένα όσο και προς εσάς, το ιερό ποίμνιο, για εκείνα που μου φαίνεται ότι είναι καλύτερο και εγώ να πω και εσείς να ακούσετε σήμερα. Γιατί άραγε αισθάνθηκες την ανάγκη συμποιμένα; Διότι από εσένα θα αρχίσει ο λόγος, ω αγαπημένη και τίμια σε εμένα κεφαλή, που είσαι αντάξια εκείνης του Ααρών, πάνω στην οποία στάζει εκείνο το πνευματικό και ιερατικό μύρο μέχρι τα γένια και το ένδυμα. Γιατί άραγε, ενώ μπορείς ακόμη να στηρίζεις και να καθοδηγείς πολλούς, και μάλιστα ενώ καθοδηγείς με τη δύναμη του Πνεύματος, προσθέτεις βακτηρία και υποστήριγμα στα πνευματικά σου έργα; Ή μήπως επειδή γνωρίζεις και ακούς αυτό, ότι δηλαδή και μετά από εκείνον τον μεγάλο Ααρών χρίστηκαν ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ, οι γιοι του Ααρών; Διότι τον Ναδάβ και τον Αβιούδ θα τους προσπεράσω εκούσια, από φόβο της βλασφημίας. Και ο Μωυσής, ενώ ακόμη ζούσε, ανέδειξε στη θέση του τον Ιησού του Ναυή ως νομοθέτη και στρατηγό, για εκείνους που έσπευδαν προς τη γη της επαγγελίας; Όσο για το γεγονός ότι ο Ααρών και ο Ωρ στήριζαν τα χέρια του Μωυσή πάνω στο όρος, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο Αμαλήκ με τον σταυρό, ο οποίος από μακριά σκιαγραφούνταν και προτυπωνόταν, νομίζω ότι θα το παραλείψω με τη θέλησή μου, επειδή δεν είναι ιδιαίτερα οικείο και κατάλληλο για εμάς· διότι ο Μωυσής δεν επέλεξε αυτούς ως συννομοθέτες, αλλά ως βοηθούς στην προσευχή και στηρίγματα για την κόπωση των χεριών του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες