Καὶ προσῆλθον αὐτῷ καὶ ἔλεγον· Ἐπαύλεις προβάτων οἰκοδομήσομεν ὧδε τοῖς κτήνεσιν ἡμῶν, καὶ πόλεις ταῖς ἀποσκευαῖς ἡμῶν· καὶ ἡμεῖς ἐνοπλισάμενοι προφυλακὴν πρότεροι τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἀγάγωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἑαυτῶν τόπον· καὶ κατοικήσει ἡ ἀποσκευὴ ἡμῶν ἐν ταῖς πόλεσι τετειχισμέναις διὰ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν· οὐ μὴ ἀποστραφῶμεν εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν, ἕως ἂν καταμερισθῶσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. Καὶ οὐκέτι κληρονομήσομεν ἐν αὐτοῖς ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἐπέκεινα, ὅτι ἀπέχομεν τοὺς κλήρους ἡμῶν ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν ἀνατολαῖς.» Συνίης ὅτι κτηνοτροφίας ἕνεκα καὶ κτήσεων, καὶ τῆς εἰς γυναῖκάς τε καὶ παῖδας ἀγάπης, οὐδ᾽ ἂν ὅλως παρῆλθον οἱ τοιοίδε τὸν Ἰορδάνην, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν ὅσον ὅλως ἀποθήγειν ἠνέσχοντο πολέμου καὶ μάχης, οὐδ᾽ ἂν εὐκλείας τοῖς ἄλλοις συμμετασχεῖν ἠθέλησαν, καὶ τῶν ἐπ᾽ ἐλπίσιν ἀγαθῶν· ἄριστον δὲ καὶ πολύευκτον ἐδόκει τὸ μένειν αὐτοὺς, μηδ᾽, ὅσον εἰπεῖν, τοῖς Ἰορδάνου νάμασιν ἐνθέντας τὸν πόδα· κατονειδίζοντος δὲ τοῦ Μωσέως καὶ ὀῤῥωδεῖν ἀναπείθοντος, ὑποβλέπεσθαί τε τὴν θείαν ὀργὴν, ὑπισχνοῦνται μόλις συμπαρελεύσεσθαι μὲν τοῖς ἄλλοις τὸν Ἰορδάνην, καὶ συμμετασχεῖν ἱδρώτων αὐτοῖς τῶν ἐν πολέμῳ καὶ μάχαις· οὐ μὴν ὅτι καὶ συμμεριοῦνταί φασι, διὰ τὸ ἀπέχειν ἢ ἀποσχεῖν τὸν κλῆρον, ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.
Μετάφραση
Και τον πλησίασαν και του έλεγαν: «Θα χτίσουμε εδώ μαντριά για τα πρόβατα και τα κτήνη μας, και πόλεις για τις οικογένειές μας. Και εμείς οι ίδιοι θα οπλιστούμε ως εμπροσθοφυλακή πριν από τους γιους του Ισραήλ, έως ότου τους οδηγήσουμε στον τόπο τους. Και οι οικογένειές μας θα κατοικήσουν στις οχυρωμένες πόλεις, εξαιτίας των κατοίκων της γης. Δεν θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας, μέχρι να λάβουν μερίδιο οι γιοι του Ισραήλ, ο καθένας την κληρονομιά του. Και δεν θα λάβουμε πλέον κληρονομιά μαζί τους πέραν από τον Ιορδάνη και πιο πέρα, επειδή έχουμε λάβει τους κλήρους μας στην άλλη πλευρά του Ιορδάνη προς τα ανατολικά.» Αντιλαμβάνεσαι ότι, εξαιτίας της κτηνοτροφίας και των κτημάτων, καθώς και της αγάπης τους για τις γυναίκες και τα παιδιά, αυτοί δεν θα περνούσαν καθόλου τον Ιορδάνη, ούτε θα ανέχονταν διόλου να εμπλακούν σε πόλεμο και μάχη, ούτε θα ήθελαν να συμμετάσχουν στη δόξα μαζί με τους άλλους, και στα αγαθά που ήλπιζαν. Αντιθέτως, τους φαινόταν άριστο και πολυπόθητο να παραμείνουν, χωρίς ούτε καν, τρόπον τινά, να θέσουν το πόδι τους στα νάματα του Ιορδάνη. Επειδή όμως ο Μωυσής τους επέπληξε και τους έπεισε να φοβηθούν, αναλογιζόμενοι τη θεία οργή, υπόσχονται με δυσκολία ότι θα περάσουν μαζί με τους άλλους τον Ιορδάνη και ότι θα συμμετάσχουν μαζί τους στους ιδρώτες του πολέμου και των μαχών. Όχι όμως ότι θα λάβουν και μερίδιο μαζί τους, λένε, επειδή έχουν ήδη λάβει και εξασφαλίσει τον κλήρο τους, στην άλλη πλευρά του Ιορδάνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες