Τοῖς γοῦν καθ᾽ ἡμᾶς ταῦτα παραδεξαμένοις καὶ τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον αὐτοῦ φύσιν ἐπεγνωκόσιν, εἰκότως τά τε λοιπὰ καὶ τὰ τῆς γενέσεως πιστὰ εἶναι ὁμολογεῖται· πλὴν ἀλλ᾽ οἱ θαυμάσιοι εὐαγγελισταὶ ἀναγκαίως τότε παρὰ Ἰουδαίοις τὸν Ἰωσὴφ ἐγενεαλόγουν αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν παρὰ πᾶσι βοώμενον τοῦ Ἰησοῦ πατέρα· εἰ γὰρ τοῦτο παρελθόντες, μητρόθεν αὐτὸν ἐγενεαλόγουν, πρὸς τῷ καὶ ἀπρεπὲς εἶναι τοῦτο, καὶ τῆς τῶν θείων Γραφῶν εὐηθείας ἀλλότριον, ὅτι μηδεὶς τὸ πρότερον ἐκ γυναικὸς γενεαλογηθεὶς ἱστορεῖται, ἔδοξεν ἂν ἀπάτωρ τις εἶναι καὶ δυσγενὴς ὁ γενεαλογούμενος· τοῦτο δὲ, ὡς ἔφην, οὐ μικρᾶς ἦν δυσφημίας ὁμοῦ καὶ κατηγορίας· διὸ χρησίμως τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ Δαβὶδ διὰ τὴν ἀποδοθεῖσαν αἰτίαν γενεαλογοῦντες, ἐν ταυτῷ καὶ τὴν Μαριὰμ ἐκ Δαβὶδ γεγονέναι συνίστων, διὰ τοῦ μνηστῆρος τὸ τῆς γαμετῆς ὑποφαίνοντες γένος· νόμου γὰρ Μωϋσέως διαγορεύοντος μὴ ἄλλοθεν ἐξεῖναι πρὸς γάμον λαμβάνειν, ἢ ἐκ τοῦ γένους τοῦ οἰκείου καὶ τῆς ἰδίας φυλῆς, ὡς ἂν μὴ περιστρέφοιτο τοῦ γένους ὁ κλῆρος ἀπὸ φυλῆς εἰς φυλὴν, αὐτάρκης ἦν ἡ περὶ τοῦ ἀνδρὸς ἀναγραφὴ καὶ τὴν γυναῖκα δηλῶσαι· νομικῶς γὰρ βιοὺς οὐδ᾽ ἄλλοθεν ἐμνᾶτο τὴν γυναῖκα, ἢ πρῶτα μὲν ἐκ τῆς φυλῆς τῆς πατρικῆς αὐτοῦ, αὕτη δὲ ἦν ἡ τοῦ Ἰούδα· ἔπειτα ἐκ τοῦ δήμου καὶ τῆς αὐτῆς πατριᾶς, αὕτη δὲ ἦν ἡ τοῦ Δαβίδ· τοιαῦτα γὰρ ἦν τὰ τοῦ νόμου παραγγέλματα· ὅτε τοίνυν ὁ Ἰωσὴφ φυλῆς γεγονὼς ἀποδείκνυται Ἰούδα, κλήρου τε καὶ πατριᾶς Δαβὶδ, πῶς οὐχ ἕπεται καὶ τῇ Μαρίᾳ ἐκ τῶν αὐτῶν ὁρᾶσθαι;
Μετάφραση
Σε όσους, λοιπόν, από εμάς έχουν αποδεχθεί αυτά και έχουν γνωρίσει την υπεράνθρωπη φύση Του, είναι εύλογο να ομολογείται πως τόσο τα υπόλοιπα όσο και τα της γεννήσεώς Του είναι αξιόπιστα. Εντούτοις, οι θαυμάσιοι Ευαγγελιστές αναγκαστικά τότε, για χάρη των Ιουδαίων, κατέγραφαν τη γενεαλογία του Ιωσήφ, αυτού ακριβώς που από όλους διακηρυσσόταν ως πατέρας του Ιησού. Διότι, αν, παρακάμπτοντας αυτό, κατέγραφαν τη γενεαλογία Του από την πλευρά της μητέρας, πέραν του ότι αυτό θα ήταν απρεπές και ξένο προς την απλότητα των θείων Γραφών, επειδή κανείς στο παρελθόν δεν ἱστορείται να έχει γενεαλογηθεί από την πλευρά της γυναίκας, θα φαινόταν ότι αυτός που γενεαλογείται στερείται πατέρα και είναι ταπεινής καταγωγής. Αυτό δε, όπως ανέφερα, θα αποτελούσε διόλου μικρή δυσφήμιση, καθώς και κατηγορία. Γι' αυτό, ωφέλιμα καταγράφοντας τη γενεαλογία του Ιωσήφ από τον Δαβίδ για την προαναφερθείσα αιτία, ταυτόχρονα βεβαίωναν ότι και η Μαριάμ καταγόταν από τον Δαβίδ, υποδηλώνοντας μέσω του μνηστήρα το γένος της συζύγου. Επειδή ο νόμος του Μωυσή όριζε ρητά ότι δεν επιτρεπόταν να λάβει κανείς σύζυγο από αλλού παρά μόνο από το οικείο γένος και την ίδια φυλή, ώστε να μην περιέρχεται η κληρονομιά του γένους από φυλή σε φυλή, η καταγραφή της γενεαλογίας του ανδρός ήταν επαρκής για να φανερώσει και την καταγωγή της γυναίκας. Διότι, εφόσον ζούσε σύμφωνα με τον νόμο, δεν θα μνηστευόταν γυναίκα από αλλού, παρά πρώτα μεν από την πατρική του φυλή, και αυτή ήταν η φυλή του Ιούδα, έπειτα δε από τον ίδιο δήμο και την ίδια πατριά, και αυτή ήταν του Δαβίδ· διότι τέτοια ήταν τα παραγγέλματα του νόμου. Επομένως, όταν αποδεικνύεται ότι ο Ιωσήφ κατάγεται από τη φυλή του Ιούδα, και από την κληρονομιά και την πατριά του Δαβίδ, πώς δεν έπεται να θεωρηθεί ότι και η Μαρία προέρχεται από τα ίδια;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες