βʹ. Τίνες δ᾽ ἂν εἶεν οἱ τὴν ἐναντίαν οἷς ἔφην ἐπιτηδεύοντες ζωὴν, ταύτῃ τοι καὶ τῆς ἱερᾶς τῶν ἁγίων πληθύος ἐξωθούμενοι, πάλιν αὐτὸς ἡμῖν διεσάφει λέγων ὁ τῶν ὅλων Θεὸς πρὸς Μωσέα τὸν μεσιτεύοντα· «Πρόσταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, καὶ ἀποστειλάτωσαν ἐκ τῆς παρεμβολῆς πάντα λεπρὸν, καὶ πάντα γονοῤῥυῆ, καὶ πάντα ἀκάθαρτον ἐπὶ ψυχῇ, ἀπὸ ἀρσενικοῦ ἕως θηλυκοῦ ἀποστείλατε ἔξω τῆς παρεμβολῆς· καὶ οὐ μιανοῦσι τὰς παρεμβολὰς αὐτῶν ἐν οἷς ἐγὼ καταγίνομαι αὐτοῖς.» Ἀκούεις ὅπως παραπέμπεσθαι τῆς παρεμβολῆς δεῖν ἔφη γονοῤῥυῆ, καὶ λεπρὸν, καὶ ἀκάθαρτον ἐπὶ ψυχῇ, μολυσμοῦ δὲ τὸ χρῆμα πρόφασιν ἔσεσθαι καὶ τοῖς ἑτέροις φησὶν, εἰ μὴ τῶν μαχίμων ᾗ τάχος ἀπονοσφίζοιτο; Καίτοι τί δή ποτε; φαίην ἂν ἔγωγε καὶ μάλα εἰκότως· μᾶλλον δὲ, οἷμαι, καὶ ἁπαστισοῦν ἐπαπορήσειεν ἂν, καὶ λογιεῖταί που ποινὴν ἀνθ᾽ ὅτου τὸν ἄῤῥωστον ὑποφέρεσθαι δεῖν ἐθεσμοθέτει Θεός. Ἦ γὰρ οὐκ ἄμεινον, ὁσιότητος ὄντα καὶ δικαιοσύνης πρύτανιν, τοὺς ταῖς ἀθελήτοις συμφοραῖς ὑπενηνεγμένους ἡμερότητος ἀξιοῦν, καὶ ἐπεί τοι πεπράχασιν ἀθλίως, ἐν ἴσῳ μὲν τοῖς κειμένοις ἐλεεῖν, κατονειδίζειν δὲ ὅλως τὸ πάθος αὐτοῖς ἐφεῖναι μηδενί; Λέπρα μὲν γὰρ, καὶ τῶν φυσικῶν σπερμάτων ζημίαι, καὶ ἀβούλητοι καταφοραὶ, τοῖς ἀνθρωπίνοις ἐπισυμβαίνουσι σώμασιν· ἀλλ᾽ οὐκ ἂν οἴοιντο τῶν πεπονθότων ἐγκλήματα.
Μετάφραση
2. Ποιοι όμως μπορεί να είναι εκείνοι που ακολουθούν ζωή αντίθετη προς αυτά που ανέφερα, και εξαιτίας αυτού αποβάλλονται από το ιερό πλήθος των αγίων, πάλι ο ίδιος ο Θεός των όλων μας το διευκρίνισε λέγοντας προς τον Μωυσή τον μεσίτη: «Δώσε προσταγή στους υιούς Ισραήλ να διώξουν από την παρεμβολή κάθε λεπρό, και κάθε γονορρυή, και κάθε έναν που είναι ακάθαρτος εξαιτίας νεκρού, από αρσενικό έως θηλυκό διώξτε τους έξω από την παρεμβολή· και έτσι δεν θα μιάνουν τις παρεμβολές τους, ανάμεσα στις οποίες εγώ κατοικώ μαζί τους.» Ακούς πώς είπε ότι πρέπει να αποβάλλονται από την παρεμβολή ο γονορρυής, ο λεπρός και ο ακάθαρτος λόγω νεκρού, και ότι το γεγονός αυτό θα γίνει αιτία μολυσμού και για τους υπόλοιπους, λέει, εάν δεν απομακρυνθούν το συντομότερο δυνατό από τους μαχίμους; Και όμως, για ποιο λόγο άραγε; θα έλεγα εγώ πολύ εύλογα. Ή μάλλον, νομίζω, και ο οποιοσδήποτε θα απορούσε και θα σκεφτόταν για ποιο λόγο νομοθέτησε ο Θεός να υφίσταται τιμωρία ο άρρωστος. Διότι, δεν θα ήταν καλύτερο, εφόσον είναι πρύτανης της οσιότητας και της δικαιοσύνης, να αξιώνει με επιείκεια εκείνους που έχουν υποκύψει σε αθέλητες συμφορές, και επειδή βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, να τους ελεεί εξίσου με όσους είναι κατάκοιτοι, και να μην επιτρέπει σε κανέναν απολύτως να τους ονειδίζει για την πάθησή τους; Διότι η λέπρα, και η απώλεια των φυσικών σπερμάτων, και οι αθέλητες ροές, συμβαίνουν στα ανθρώπινα σώματα· αλλά δεν θα μπορούσε κανείς να τα θεωρήσει ως εγκλήματα αυτών που τα πάσχουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες