Μετὰ δέ γε τὸ ξυρᾶσθαι πρὸς αὐταῖς ἥκοντα ταῖς θύραις τῆς ἁγίας σκηνῆς, καὶ μὴν καὶ πυρὶ δαπανῆσαι τὴν τρίχα· «Λήψεται,» φησὶν, «ὁ ἱερεὺς τὸν βραχίονα ἑφθὸν ἀπὸ τοῦ κριοῦ, ἄρτον τε καὶ λάγανον, καὶ ἐπιθήσει ἐπὶ τὰς χεῖρας τοῦ εὐξαμένου, καὶ αὖθις ἀναλαβὼν προσοίσει,» φησὶν, «ἐπίθεμα ἔναντι Κυρίου, καὶ ἅγιον ἔσται τῷ ἱερεῖ, καθὰ καὶ τὸ στηθύνιον τοῦ ἀφαιρέματος.» ΠΑΛΛ. Εἶτα, τί ἂν βούλοιτο δηλοῦν ὁ νόμος; ΚΥΡ. Εἰς τύπον μὲν δὴ τοῦ ἰσχύοντος, ἤτοι τῶν ἐν ἰσχύϊ κατορθωμάτων, ὁ βραχίων ἀεὶ παρά γε τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ νοεῖται, ζωῆς δὲ δὴ πάλιν ἁγίας τε καὶ καθαρᾶς, ὁ ἄζυμος ἄρτος, καὶ μὲν καὶ τὸ εὔχαρί τε καὶ τὸ ἡδὺ παραδείξειεν ἂν ἐφ᾽ ἑαυτῷ, τὸ λάγανον ἐλαίῳ ματτόμενον, καὶ εἰς πλακοῦντα τελοῦν. Τοῦ δὲ μεσιτεύοντος ἱερέως τὸ πρόσωπον, περιθείη τις ἂν καὶ μάλα εἰκότως τῷ Ἐμμανουήλ. Ὁ τοίνυν ἁγνείαν τὴν ἀνωτάτω κατωρθωκὼς, καὶ ἀνάθημα λαμπρὸν προσκεκομικὼς τῷ πανάγνῳ Θεῷ, τὰ ἐξ ἰσχύος ἔργα, δῆλον δὲ ὅτι τῆς πνευματικῆς, ὡς ἐν βραχίονι τοῦ κριοῦ, καὶ ζωὴν ἄμωμον, ὡς ἐν ἄρτῳ τῷ ἀζύμῳ νοουμένην, καὶ μέν τοι καὶ τὸ ἡδὺ καὶ τὸ ἐπίχαρι τῆς ἐν ἁγιασμῷ ζωῆς, ὡς ἐν τῷ λαγάνῳ, μονονουχὶ χερσὶν ἰδίαις ἐπιτιθεὶς, ἀναφέρει Θεῷ, διὰ μεσίτου Χριστοῦ, ὃς οἱονεί πως ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρας δέχεται τὰς δωροφορίας, ταῖς ἀνωτάτω τιμαῖς, κἂν τούτῳ δὴ μάλιστα, τὸν γνήσιον ἀληθῶς καταγεραίρων προσκυνητήν.
Μετάφραση
Μετά δε το ξύρισμα, αφού έλθει στις ίδιες τις θύρες της αγίας σκηνής και καταναλώσει τις τρίχες στη φωτιά: «Θα λάβει», λέει, «ο ιερέας τον βρασμένο βραχίονα από το κριάρι, έναν άρτο και ένα λάγανο, και θα τα τοποθετήσει στα χέρια εκείνου που έκανε το τάμα. Και αφού τα πάρει πάλι», λέει, «θα τα προσφέρει ως ανάθημα ενώπιον του Κυρίου, και θα είναι άγια για τον ιερέα, όπως ακριβώς το στήθος του αφαιρέματος». ΠΑΛΛ. Έπειτα, τι άραγε να θέλει να δηλώσει ο νόμος; ΚΥΡ. Ως τύπος της ισχύος, δηλαδή των κατορθωμάτων που γίνονται με δύναμη, νοείται πάντοτε ο βραχίονας στη θεόπνευστη Γραφή, ενώ πάλι, της άγιας και καθαρής ζωής τύπος νοείται ο άζυμος άρτος. Επίσης, τη χάρη και τη γλυκύτητα θα μπορούσε να υποδηλώσει το λάγανο που ζυμώνεται με λάδι και παίρνει τη μορφή πλακούντα. Το δε πρόσωπο του ιερέα που μεσιτεύει, θα μπορούσε κανείς πολύ εύλογα να το αποδώσει στον Εμμανουήλ. Εκείνος, λοιπόν, που έχει κατορθώσει την ύψιστη αγνεία και έχει προσφέρει λαμπρό ανάθημα στον πανάγιο Θεό, τα έργα της δύναμης, και προφανώς της πνευματικής, όπως φαίνεται στον βραχίονα του κριαριού, και την άμεμπτη ζωή, όπως νοείται στον άζυμο άρτο, και μάλιστα τη γλυκύτητα και τη χάρη της ζωής εν αγιασμώ, όπως στο λάγανο, σαν να τα τοποθετεί με τα ίδια του τα χέρια, τα αναφέρει στον Θεό μέσω του μεσίτη Χριστού, ο οποίος δέχεται τρόπον τινά τα δώρα από χέρι σε χέρι, τιμώντας με τις ύψιστες τιμές τον αληθινά γνήσιο προσκυνητή, ιδίως μάλιστα σε αυτό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες