Κελεύει αὐτοῖς ὁ Θεὸς διὰ Μωϋσέως ποιῆσαι τὸ πάσχα. Εἰπὲ γὰρ, φησὶ, καὶ ποιείτωσαν υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πάσχα. Ἦν γὰρ πρῶτος μὴν τοῦ δευτέρου ἔτους. Προσῆλθον δὲ οἱ ἀκάθαρτοι Μωϋσεῖ, καὶ ἀνήνεγκε περὶ αὐτῶν τῷ Θεῷ. Καὶ προσέταξεν ὁ Θεὸς τὸν μὴ δυνάμενον ἐν τῷ πρώτῳ μηνὶ θύειν τὸ πάσχα, ἢ διὰ τὸ ἀκάθαρτον εἶναι, ἢ διὰ τὸ ἐν ὁδῷ μακρᾷ τυγχάνειν, τῷ δευτέρῳ μηνὶ ποιεῖν, τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ. Εἰ δέ τις καὶ καθαρὸς ὢν, καὶ οὐκ ὢν ἐν μακρᾷ ὁδῷ, μὴ βούλοιτο ποιεῖν τὸ πάσχα ἐν τῷ πρώτῳ μηνὶ, ὑπὸ ἁμαρτίαν ἔσται. Νόμος, φησὶν, εἷς ἔστω τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ αὐτόχθονι. Ἡνίκα ἀνέβαινεν ἡ νεφέλη, ἀπῆρον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ, καὶ οὗ ἂν ἔστη, ἐκεῖ παρενέβαλλον.
Μετάφραση
Ο Θεός τούς προστάζει διά του Μωυσέως να τελέσουν το πάσχα. Διότι λέγει: «Πες, και ας τελέσουν οι υιοί του Ισραήλ το πάσχα». Επειδή ήταν ο πρώτος μήνας του δεύτερου έτους. Προσήλθαν, έπειτα, οι ακάθαρτοι στον Μωυσή, και εκείνος ανέφερε την περίπτωσή τους στον Θεό. Και ο Θεός πρόσταξε, εκείνος που δεν μπορεί να θυσιάσει το πάσχα κατά τον πρώτο μήνα, είτε επειδή είναι ακάθαρτος είτε επειδή βρίσκεται σε μακρινό ταξίδι, να το τελέσει τον δεύτερο μήνα, τη δέκατη τέταρτη ημέρα. Εάν όμως κάποιος, παρότι είναι καθαρός και δεν βρίσκεται σε μακρινό ταξίδι, δεν θελήσει να τελέσει το πάσχα κατά τον πρώτο μήνα, θα υπόκειται σε αμαρτία. Ένας νόμος, λέγει, ας ισχύει για τον προσήλυτο και για τον αυτόχθονα. Όποτε υψωνόταν η νεφέλη, οι υιοί του Ισραήλ αναχωρούσαν, και όπου αυτή στεκόταν, εκεί στρατοπέδευαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες