Βαβαὶ, πόση ἦν ἡ φιλοσοφία! Πῶς καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐξέβαλε τῆς παρούσης ζωῆς, καὶ οὐ διέβαλεν αὐτήν! Τῷ μὲν γὰρ εἰπεῖν, ὅτι Τὸ ἀποθανεῖν κέρδος, τούτῳ τὴν ἐπιθυμίαν ἐξέβαλε· τῷ δὲ εἰπεῖν, ὅτι Τὸ ζῇν ἐν σαρκὶ, καρπὸς ἔργου, τούτῳ ἔδειξε καὶ τὴν παροῦσαν ἀναγκαίαν ζωήν. Πῶς; Ἐὰν εἰς δέον αὐτῇ χρώμεθα, ἐὰν καρποφορῶμεν· ὡς ἐὰν ἄκαρπος ᾖ, οὐκ ἔστιν ἔτι ζωή. Καὶ γὰρ τῶν δένδρων τὰ μὴ φέροντα καρπὸν, ὁμοίως τῶν ξηρῶν ἀποστρεφόμεθα, καὶ πυρὶ παραδίδομεν. Τὸ γὰρ ζῇν πάλιν τῶν μέσων ἐστὶ καὶ ἀδιαφόρων· τὸ δὲ καλῶς ἢ κακῶς, ἐν ἡμῖν ἐστιν. Ὥστε οὐ μισῶμεν τὸ ζῇν· ἔνεστι γὰρ ζῇν καὶ καλῶς· ὡς ἐὰν κακῶς αὐτῷ χρησαίμεθα, οὐδὲ οὕτω διαβαλοῦμεν αὐτό. Διὰ τί; Ὅτι οὐκ αὐτὸ αἴτιον γέγονεν, ἀλλ᾽ ἡ προαίρεσις τῶν κακῶς χρωμένων αὐτῷ. Ὁ μὲν γὰρ Θεός σε ἐποίησε ζῇν, ἵνα αὐτῷ ζῇς· σὺ δὲ ὑπὸ τῆς κακίας τῇ ἁμαρτίᾳ ζήσας, ὑπεύθυνον σαυτὸν πάσης αἰτίας ποιεῖς. Τί λέγεις, εἰπέ μοι, ὦ Παῦλε; οὐ γνωρίζεις τί αἱρήσῃ; Ἐνταῦθα μέγα ἀπεκάλυψε μυστήριον, ὅτι κύριος ἦν τοῦ ἀπελθεῖν· ὅταν γὰρ αἵρεσις ᾖ, κύριοί ἐσμεν. Τί αἱρήσομαι, φησὶν, οὐ γνωρίζω. Ἐν σοὶ οὖν ἐστι; Ναὶ, φησὶν, εἰ βουλοίμην αἰτῆσαι τὸν Θεὸν χάριν. Συνέχομαι γὰρ ἐκ τῶν δύο, τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων.
Μετάφραση
Ω, πόσο μεγάλη ήταν η φιλοσοφία του! Πώς και την επιθυμία για την παρούσα ζωή απέβαλε, αλλά και δεν την κατηγόρησε! Διότι με το να πει ότι «το να πεθάνω είναι κέρδος», με αυτό απέβαλε την επιθυμία· με το να πει όμως ότι «το να ζω στη σάρκα είναι καρπός έργου», με αυτό έδειξε ότι και η παρούσα ζωή είναι αναγκαία. Πώς; Εάν τη χρησιμοποιούμε όπως πρέπει, εάν καρποφορούμε· διότι, εάν είναι άκαρπη, δεν είναι πλέον ζωή. Επειδή και από τα δέντρα, όσα δεν φέρουν καρπό, τα αποστρεφόμαστε όπως ακριβώς και τα ξερά, και τα παραδίδουμε στη φωτιά. Διότι το να ζει κανείς, πάλι, συγκαταλέγεται στα ενδιάμεσα και αδιάφορα πράγματα· το αν όμως θα ζήσουμε καλά ή άσχημα, εξαρτάται από εμάς. Επομένως, δεν μισούμε τη ζωή· διότι είναι δυνατόν να ζει κανείς και καλά· και αν τη χρησιμοποιήσουμε άσχημα, ούτε και τότε θα την κατηγορήσουμε. Γιατί; Διότι δεν υπήρξε αυτή η αιτία, αλλά η προαίρεση εκείνων που τη χρησιμοποιούν άσχημα. Διότι ο Θεός σε έπλασε για να ζεις, προκειμένου να ζεις γι' Αυτόν· εσύ όμως, επειδή εξαιτίας της κακίας έζησες για την αμαρτία, καθιστάς τον εαυτό σου υπεύθυνο για κάθε κατηγορία. Τι λες, πες μου, ω Παύλε; Δεν γνωρίζεις τι να επιλέξεις; Εδώ απεκάλυψε ένα μεγάλο μυστήριο, ότι δηλαδή είχε την εξουσία της αναχωρήσεως από τον κόσμο· διότι όταν υπάρχει δυνατότητα επιλογής, εμείς είμαστε κύριοι. Το τι θα επιλέξω, λέει, δεν το γνωρίζω. Εξαρτάται, λοιπόν, από εσένα; Ναι, λέει, εάν ήθελα να ζητήσω χάρη από τον Θεό. Διότι πιέζομαι και από τα δύο, έχοντας την επιθυμία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες