Ἄκουσον τί φησι πάλιν· Περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ᾽ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Καὶ περὶ Ἐπαφροδίτου φησί· Καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτῳ, ἀλλ᾽ ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμὲ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπῃ σχῶ· καὶ πάλιν, Ἐβαρήθημεν, φησὶν, ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῇν. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾽ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ Θεῷ, ὃς ἐκ τηλικούτων θανάτων ἐῤῥύσατο ἡμᾶς, καὶ ῥύσεται· καὶ πάλιν, Ἐῤῥύσθην ἐκ στόματος λέοντος, καὶ ῥύσεταί με ὁ Κύριος. Καὶ πανταχοῦ εὑρήσομεν τοῦτο αὐτὸν καυχώμενον, ὅτι ἐλέῳ ἐσώθη.
Μετάφραση
Άκουσε τι λέει πάλι: «Κοπίασα περισσότερο από όλους αυτούς, όχι όμως εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου». Και για τον Επαφρόδιτο λέει: «Διότι πράγματι ασθένησε φτάνοντας κοντά στον θάνατο, αλλά ο Θεός τον ελέησε, και όχι μόνο αυτόν, αλλά και εμένα, για να μην έχω λύπη πάνω στη λύπη». Και πάλι: «Πιεστήκαμε», λέει, «υπερβολικά, πάνω από τις δυνάμεις μας, ώστε να φτάσουμε σε απόγνωση ακόμα και για τη ζωή μας. Αλλά εμείς οι ίδιοι δεχθήκαμε μέσα μας την καταδίκη του θανάτου, ώστε να μη στηριζόμαστε στον εαυτό μας, αλλά στον Θεό, ο οποίος μας διέσωσε από τόσο φοβερούς θανάτους, και θα μας διασώσει». Και πάλι: «Διασώθηκα από το στόμα του λιονταριού, και θα με διασώσει ο Κύριος». Και παντού θα τον βρούμε να καυχάται γι' αυτό, ότι δηλαδή σώθηκε χάρη στο έλεος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες