Ὥστε οὖν οὐ ψεύδῃ ἁμαρτωλὸν σεαυτὸν εἰπών. Εἰ γὰρ συνιεῖς, καὶ αὐτῷ τούτῳ ἁμαρτάνεις, τῷ λέγειν, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ἁμαρτωλός· ἀλλὰ μᾶλλον λέγε, ὅτι Ὑπὲρ τοὺς ἁμαρτωλοὺς πάντας ἐγώ εἰμι ὁ παραβαίνων τὸ θεῖον πρόσταγμα τὸ κελεῦον· Ὅταν πάντα κατορθώσητε, λέγετε, ὅτι Ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ἃ γὰρ ὀφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν. Οὕτω σε δεῖ λογίζεσθαι διαπαντὸς, ὅτι Ἀχρεῖός εἰμι· καὶ πάλιν· Τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. Προσεύχου οὖν τῷ Θεῷ μετὰ φόβου καὶ ταπεινοφροσύνης. Ὅταν οὖν ἀποτείνῃς λόγον ταπεινοφροσύνης, καὶ εἴπῃς· Εὐχαριστῶ σοι, Κύριε, ὅτι μου ἐμακροθύμησας τοῖς παραπτώμασι, καὶ ἕως τοῦ νῦν ἀτιμώρητόν με εἴασας· ἐγὼ μὲν γὰρ ἄξιος ἤμην πάλαι μυρία δεινὰ παθεῖν, καὶ ἀποῤῥιφῆναι ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, ἡ δὲ ἀνεξίκακός σου φιλανθρωπία ἐμακροθύμησεν ἐπ᾽ ἐμοί· εὐχαριστῶ σοι, εἰ καὶ μὴ τυγχάνω αὐτάρκης πρὸς εὐχαριστίαν τῆς σῆς ἀνεξικακίας· καὶ ὅταν τὰ δύο μέρη ἀποπληρώσῃς τῆς δοξολογίας καὶ ταπεινοφροσύνης, τότε λοιπὸν αἴτησον ὃ ὀφείλεις αἰτῆσαι· μὴ πλοῦτον, καθὼς προεῖπον, μὴ δόξαν ἐπίγειον, μὴ ὑγείαν σώματος. Αὐτὸς γάρ σε ἔπλασε, καὶ κήδεταί σου τῆς σωτηρίας, καὶ οἶδε πῶς ἑκάστῳ συμφέρει, εἴτε ὑγιαίνειν, εἴτε ἀσθενεῖν· ἀλλ᾽ αἴτει, καθὼς προσετάχθης, τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Περὶ γὰρ τῆς χρείας τοῦ σώματός σου, καθὼς προέφην, αὐτὸς φροντίσει.
Μετάφραση
Επομένως, δεν ψεύδεσαι όταν αποκαλείς τον εαυτό σου αμαρτωλό. Διότι, εάν το κατανοείς, αμαρτάνεις και μόνο με το να λες: «Δεν είμαι αμαρτωλός». Αντίθετα, μάλλον να λες: «Περισσότερο από όλους τους αμαρτωλούς είμαι εγώ που παραβαίνω το θείο πρόσταγμα, το οποίο παραγγέλλει: "Όταν τα κατορθώσετε όλα, να λέτε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι, διότι πράξαμε εκείνο που οφείλαμε να πράξουμε"». Έτσι πρέπει να συλλογίζεσαι πάντοτε: «Είμαι αχρείος». Και πάλι: «Με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί ο καθένας τους άλλους ανώτερους από τον εαυτό του». Να προσεύχεσαι, λοιπόν, στον Θεό με φόβο και ταπεινοφροσύνη. Όταν, επομένως, απευθύνεις λόγο ταπεινοφροσύνης και πεις: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, διότι έδειξες μακροθυμία στα παραπτώματά μου και μέχρι τώρα με άφησες ατιμώρητο. Διότι εγώ μεν ήμουν άξιος από παλιά να υποστώ μύρια δεινά και να απορριφθώ από το πρόσωπό Σου, η ανεξίκακη όμως φιλανθρωπία Σου μακροθύμησε σε εμένα. Σε ευχαριστώ, αν και δεν είμαι ικανός να ευχαριστήσω επαρκώς την ανεξικακία Σου», και όταν εκπληρώσεις αυτά τα δύο μέρη, της δοξολογίας και της ταπεινοφροσύνης, τότε πλέον ζήτησε αυτό που οφείλεις να ζητήσεις: όχι πλούτο, όπως προείπα, όχι επίγεια δόξα, όχι υγεία του σώματος. Διότι Αυτός σε έπλασε και φροντίζει για τη σωτηρία σου, και γνωρίζει τι συμφέρει στον καθένα, είτε το να είναι υγιής είτε το να ασθενεί. Αλλά να ζητάς, όπως προστάχθηκες, τη Βασιλεία του Θεού. Διότι για τις ανάγκες του σώματός σου, όπως προείπα, θα φροντίσει ο Ίδιος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες