Μάλιστα μὲν οὖν, ὦ θεομάχοι, εἰ ἀκυρῶσαι ἔδει τι τῶν τῆς ἡμετέρας φύσεως ἐξ αὐτῆς ἑνώσεως τὸν θεὸν λόγον, τὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου ἐχρῆν αὐτὸν εὐθέως καταλύειν ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ οὐ τὰ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν αὐτοῦ ἐν ἡμῖν νοερὰ δωρήματα καὶ τῆς θείας αὐτοῦ οὐσίας ἐν τῇ ψυχῇ ἀπηχήματα καὶ ζωοποιὰ ἰδιώματα ἡμῶν, ἵνα μὴ φανῇ τὰ ἴδια καταλύων. Καὶ πῶς, εἰπέ μοι, οὐκ ἠφάνισεν ἡ ἀφθαρσία τοῦ θεοῦ λόγου εὐθέως ἑνωθεῖσα τὴν φθορὰν τοῦ σώματος αὐτοῦ; Πῶς τῇ τοῦ κρείττονος ἐκνικήσει οὐ κατήργησεν ἡ ἀθανασία τοῦ θεοῦ λόγου εὐθέως τὴν θνῆσιν τῆς σαρκός; Πῶς τὸ θεῖον πῦρ ἑνωθὲν αὐτῇ οὐκ ἔπαυσεν εὐθέως τὸ ῥευστὸν αὐτῆς τῇ τοῦ ἐπικρατοῦντος δυνάμει; Εἰ γὰρ τὸ ἐμφύσημα αὐτοῦ εἰσελθὸν εἰς τὴν τοῦ Ἀδὰμ χοϊκὴν σάρκα, εὐθέως ταύτην ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον καὶ ἄῤῥευστον καὶ ἀπαθῆ ἀπειργάσατο, τί δήποτε αὐτοῦ ὅλου κατ’ οὐσίαν τοῦ θεοῦ λόγου ἑνωθέντος τῇ σαρκί, μὴ ἄφθαρτον εὐθέως ἀποτελέσαι καὶ τὸ ἴδιον σῶμα καὶ ἀθάνατον, οἷον ἀπαρχῆς τὸ τοῦ Ἀδὰμ ἐποίησε διὰ τοῦ ἐμφυσήματος; Ἆρα οὐκ ὀφείλει τὸ σῶμα τοῦ δεσπότου ἐνδοξοτέραν τοῦ δούλου περικεῖσθαι μορφήν; Ἀλλ’ οὐκ ηὐδόκησεν, οὔτε ἠθέλησεν, ἀλλ’ ἐταπείνωσε καὶ ἐκένωσεν ἑαυτὸν μορφὴν δούλου τὴν φθαρεῖσαν λαβών. Ἐπεί, εἰ πάντα ὅσα θέλει δύναται, ὄντως ἠδύνατο καὶ ἐν ἀφθάρτῳ καὶ ἀγγελικῷ σώματι ἐνανθρωπῆσαι ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλ’ οὐκ ἠθέλησεν, ἀλλὰ τὸ νοσῆσαν καὶ τὰ τοῦ νοσήσαντος ἀνθρώπου πάντα ἀνέλαβεν. Οὐκοῦν εἰ τὰ χείρω ἡμῶν κατεδέξατο, τὰ ὑλικὰ καὶ γεώδη καὶ φθαρτὰ καὶ ἐπείσακτα τῆς ἁμαρτίας ἔκγονα, τί ἀμφιβάλλεις περὶ τῶν κρειττόνων καὶ ἀφθάρτων καὶ πνευματικῶν καὶ θεογενήτων ἡμῶν τῆς ψυχῆς ἰδιωμάτων;
Μετάφραση
Βεβαίως. Βέβαια λοιπόν, ω θεομάχοι, αν έπρεπε ο Θεός Λόγος, με την ίδια την ένωσή του με τη φύση μας, να ακυρώσει κάτι από αυτήν, τότε έπρεπε ευθύς να καταλύσει από τη σάρκα όσα ανήκουν στην αμαρτία και στον διάβολο, και όχι τα νοερά χαρίσματα που υπάρχουν μέσα μας σύμφωνα με την εικόνα και την ομοίωσή του, ούτε τα απηχήματα και τα ζωοποιά ιδιώματα της θείας του ουσίας μέσα στην ψυχή μας, ώστε να μη φανεί ότι καταλύει τα ίδια του τα γνωρίσματα. Και πώς, πες μου, η αφθαρσία του Θεού Λόγου, αφού ενώθηκε με το σώμα του, δεν εξαφάνισε αμέσως τη φθορά του; Πώς, με την υπερίσχυση του ανωτέρου, η αθανασία του Θεού Λόγου δεν κατήργησε ευθύς τη θνητότητα της σαρκός; Πώς το θείο πυρ, ενωμένο με αυτήν, δεν έπαυσε αμέσως τη ρευστότητά της με τη δύναμη εκείνου που υπερισχύει; Διότι, αν το εμφύσημά του, όταν εισήλθε στη χοϊκή σάρκα του Αδάμ, την κατέστησε αμέσως άφθαρτη και αθάνατη και άρρευστη και απαθή, τότε γιατί, όταν ενώθηκε κατ’ ουσίαν ολόκληρος ο ίδιος ο Θεός Λόγος με τη σάρκα, δεν έκανε αμέσως και το ίδιο του το σώμα άφθαρτο και αθάνατο, όπως στην απαρχή έκανε και του Αδάμ με το εμφύσημα; Μήπως δεν όφειλε το σώμα του Δεσπότη να περιβάλλεται μορφή ενδοξότερη από εκείνη του δούλου; Αλλ’ όμως δεν ευδόκησε ούτε το θέλησε, αλλά ταπείνωσε και εκένωσε τον εαυτό του, λαμβάνοντας τη φθαρείσα μορφή του δούλου. Επειδή, αν πράγματι μπορεί να κάνει όλα όσα θέλει, ασφαλώς μπορούσε και να ενανθρωπήσει επάνω στη γη με άφθαρτο και αγγελικό σώμα· αλλά δεν το θέλησε· αντίθετα, ανέλαβε το νοσήσαν και όλα όσα ανήκουν στον νοσήσαντα άνθρωπο. Αν λοιπόν καταδέχθηκε τα χειρότερά μας, τα υλικά και γήινα και φθαρτά και όσα είναι επίκτητα γεννήματα της αμαρτίας, γιατί αμφιβάλλεις για τα καλύτερα γνωρίσματά μας, τα άφθαρτα και πνευματικά και θεογέννητα ιδιώματα της ψυχής;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}