Ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατέστημεν οἱ ἄνθρωποι, παρακούσαντος τοῦ Ἀδὰμ τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ, τούτου χάριν διὰ τῆς οἰκείας αὐτοῦ ὁ Χριστὸς ὑπακοῆς δικαίους ἡμᾶς κατέστησεν, ἐν τῇ μορφῇ τοῦ δούλου τελέσας τὰ προστάγματα τοῦ δεσπότου, ἃ οὐκ ἐφύλαξεν ἀπαρχῆς ὁ δοῦλος. Ὥσπερ γὰρ τὸν θάνατον ὃν ἐχρεώστει ὁ δοῦλος, διὰ τῆς μορφῆς τοῦ δούλου τῆς θνητῆς ἐπλήρωσεν ὁ δεσπότης, ὑπήκοος γενόμενος μέχρι θανάτου σταυροῦ, οὕτως καὶ τὴν παρακοὴν τοῦ νόμου καὶ τοῦ θελήματος τοῦ θεοῦ, ἣν ἐχρεώστει ὁ δοῦλος, ἐν τῇ μορφῇ τοῦ δούλου ἐτέλεσε καὶ ἀνεπλήρωσεν ὁ δεσπότης. Διὸ καὶ ἔλεγεν ὅτι «Καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, καὶ ἵνα πληρώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον, καὶ ἵνα φυλάξω αὐτοῦ τὰς ἐντολάς.» Ταύτην τὴν φυλακὴν τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ καὶ τοῦτο τὸ θέλημα τὸ τοῦ πέμψαντος αὐτὸν πατρός, κατὰ ποῖον θέλημα, μᾶλλον δὲ διὰ ποίου θελήματος εἰργάσατο ὁ Χριστός, ἐὰν μὴ ἔχῃ ὅλως θέλημα νοερᾶς ψυχῆς τῆς τοῦ δούλου μορφῆς; Κατὰ γὰρ τὴν θεότητα ἕν ἐστι δεσποτικὸν καὶ ἐπιτρεπτικὸν τὸ θέλημα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ. Ποῖον οὖν λοιπόν ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ τὸ πληρῶσαν τὸ θεῖον θέλημα; Δῆλον γὰρ ὅτι ἕτερόν ἐστι τὸ ἐπιτρεπτικὸν θέλημα καὶ ἕτερον τὸ ὑποτακτικὸν καὶ ὑπακουστικόν. Εἰ οὖν κατὰ τὴν θείαν θέλησιν τὴν ὑπουργίαν τελεῖ, πάντως ὅτι καὶ κατὰ τὴν θείαν φύσιν δοῦλος καὶ ὑπουργὸς ὑπάρχει, κατὰ τοὺς τῶν Ἀρειανῶν μύθους. Καὶ τοῦτο εὐθέως κατάδηλον ποιῆσαι πειράσομαι.
Μετάφραση
Αλλά, επειδή με την παρακοή του πρώτου ανθρώπου γίναμε αμαρτωλοί εμείς οι άνθρωποι, αφού ο Αδάμ παράκουσε τις εντολές του Θεού, γι’ αυτό ο Χριστός, με τη δική του υπακοή, μας κατέστησε δικαίους, εκπληρώνοντας, μέσα στη μορφή του δούλου, τα προστάγματα του Δεσπότη, τα οποία ο δούλος δεν φύλαξε από την αρχή. Διότι, όπως ο Δεσπότης πλήρωσε, μέσω της θνητής μορφής του δούλου, τον θάνατο που όφειλε ο δούλος, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου σταυρικού, έτσι και την παρακοή προς τον νόμο και το θέλημα του Θεού, την οποία όφειλε ο δούλος, την επιτέλεσε και την αναπλήρωσε ο Δεσπότης μέσα στη μορφή του δούλου. Γι’ αυτό και έλεγε ότι: «Έχω κατεβεί από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με έστειλε, και για να εκπληρώσω το έργο του και να φυλάξω τις εντολές του». Αυτή λοιπόν τη φύλαξη των εντολών του Θεού και αυτό το θέλημα του Πατέρα που τον έστειλε, σύμφωνα με ποιο θέλημα — ή μάλλον, διά ποίου θελήματος — τα πραγματοποίησε ο Χριστός, αν δεν έχει καθόλου θέλημα νοερής ψυχής η μορφή του δούλου; Διότι, κατά τη θεότητα, ένα είναι το δεσποτικό και επιτακτικό θέλημα του Πατέρα και του Υιού. Ποιο λοιπόν είναι το θέλημα του Χριστού που εκπλήρωσε το θείο θέλημα; Είναι φανερό, βέβαια, ότι άλλο είναι το επιτακτικό θέλημα και άλλο το υποτακτικό και υπάκουο. Αν λοιπόν επιτελεί την υπηρεσία κατά τη θεία θέληση, τότε ασφαλώς είναι και κατά τη θεία φύση δούλος και υπηρέτης, σύμφωνα με τους μύθους των Αρειανών. Και αυτό θα προσπαθήσω αμέσως να το καταστήσω ολοφάνερο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}