Ἵνα τί σὺ ἐκδιηγεῖ τὰ δικαιώματά μου καὶ ἀναλαμβάνεις τὴν διαθήκην μου διὰ στόματός σου;» 6. Πάντα γὰρ ποιοῦσι (καὶ λαλοῦσι καὶ θορυβοῦσι καὶ ὑποκρίνονται καὶ ταράττουσι) πρὸς ἀπάτην τῶν ἀκεραίων. Καὶ κτύπους γοῦν ποιοῦσι καὶ κροτοῦσι καὶ γελῶσιν ἀφρόνως καὶ συρίττουσιν. Ἂν δὲ μή τις αὐτοῖς προσέχῃ, λοιπὸν κλαίουσι καὶ θρηνοῦσιν ὡς ἡττηθέντες. 1. Ὁ μὲν οὖν Κύριος ὡς θεὸς ἐφίμου τοὺς δαίμονας· ἡμᾶς δέ, μαθόντας ἀπὸ τῶν ἁγίων, πρέπει κατ’ ἐκείνους ποιεῖν, καὶ μιμεῖσθαι τὴν ἀνδρείαν αὐτῶν. 2. Καὶ γὰρ κἀκεῖνοι ταῦτα βλέποντες ἔλεγον· «Ἐν τῷ συστῆναι τὸν ἁμαρτωλὸν ἐναντίον μου, ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν.» 3. Καὶ πάλιν· «Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον, καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ. Καὶ ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων.» 4. Οὐκοῦν καὶ ἡμεῖς μήτε ἀκούωμεν αὐτῶν ὡς ἀλλοτρίων ὄντων ἡμῶν, μήτε ὑπακούωμεν αὐτῶν, κἂν εἰς εὐχὴν ἐγείρωσιν, κἂν λαλῶσι περὶ νηστειῶν. Τῇ δὲ προθέσει τῆς ἀσκήσεως ἑαυτῶν μᾶλλον προσέχωμεν, καὶ μὴ παρ’ ἐκείνων ἀπατώμεθα πάντα πραττόντων μετὰ δόλου. 5. Οὐ δεῖ δὲ φοβεῖσθαι αὐτούς, κἂν ἐπέρχεσθαι δοκῶσι, κἂν θάνατον ἀπειλῶσιν· ἀσθενεῖς γάρ εἰσι καὶ οὐδὲν δύνανται ἢ μόνον ἀπειλεῖν. 1. Ἤδη μὲν οὖν περὶ τούτου παρερχόμενος εἴρηκα· καὶ νῦν δὲ πλατύτερον εἰπεῖν τὰ αὐτὰ οὐκ ὀκνητέον· ἀσφαλὴς γὰρ ὑμῖν ἡ ὑπόμνησις ἔσται.
Μετάφραση
«Γιατί εσύ διηγείσαι τα προστάγματά μου και παίρνεις τη διαθήκη μου στο στόμα σου;» 6. Διότι τα πάντα κάνουν (και μιλούν και θορυβούν και υποκρίνονται και προκαλούν ταραχή) προς εξαπάτηση των ακεραίων. Κάνουν, λοιπόν, χτύπους και κρότους και γελούν άφρονα και σφυρίζουν. Εάν όμως κανείς δεν τους δίνει σημασία, τότε κλαίνε και θρηνούν σαν ηττημένοι. 1. Ο μεν Κύριος, λοιπόν, ως Θεός, φίμωνε τους δαίμονες· εμείς όμως, έχοντας διδαχθεί από τους αγίους, πρέπει να πράττουμε όπως εκείνοι και να μιμούμαστε την ανδρεία τους. 2. Διότι και εκείνοι, βλέποντας αυτά, έλεγαν: «Όταν στάθηκε ο αμαρτωλός απέναντί μου, κώφευσα και ταπεινώθηκα και σίγησα από τα αγαθά». 3. Και πάλι: «Εγώ όμως σαν κωφός δεν άκουγα, και σαν άλαλος που δεν ανοίγει το στόμα του. Και έγινα σαν άνθρωπος που δεν ακούει». 4. Επομένως, και εμείς ούτε να τους ακούμε, επειδή είναι ξένοι προς εμάς, ούτε να τους υπακούμε, ακόμη κι αν μας σηκώνουν για προσευχή, ακόμη κι αν μιλούν για νηστείες. Απεναντίας, ας προσηλωνόμαστε περισσότερο στον σκοπό της δικής μας ασκήσεως και ας μην εξαπατώμαστε από εκείνους, οι οποίοι τα πάντα πράττουν με δόλο. 5. Και δεν πρέπει να τους φοβόμαστε, ακόμη κι αν φαίνεται ότι μας επιτίθενται, ακόμη κι αν απειλούν με θάνατο· διότι είναι ανίσχυροι και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο παρά μόνο να απειλούν. 1. Ήδη, λοιπόν, παρεμπιπτόντως έχω μιλήσει για αυτό το θέμα· αλλά και τώρα δεν πρέπει να διστάσω να πω τα ίδια εκτενέστερα, διότι η υπενθύμιση θα είναι για εσάς ασφαλής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες