Ἀλλ᾽ εἰ ἐγέννησε, φησὶν, ὁ Θεὸς, πῶς οὐ χρὴ τὸν γεννηθέντα προσαγορεύειν γέννημα; Ὅτι φοβερὸν ἡμῖν ἡμετέροις αὐτὸν ὀνόμασι προσφωνεῖν, ᾧ ἐχαρίσατο ὁ Θεὸς ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα. Υἱός μου εἶ σὺ, φησὶν, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε. Καίτοι ἀκολουθότερον ἦν κατὰ τὸν τούτων λόγον, διὰ τὸ γεγεννῆσθαι, γέννημα προσαγορευθῆναι, καὶ οὐχ Υἱόν· ἀλλ᾽ οὐκ εἴρηται. Διόπερ χρὴ τὸν πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντα τὸ Χριστοῦ δικαστήριον, καὶ εἰδότα ὅσος ὁ κίνδυνος ἀφελεῖν τι ἢ προσθεῖναι τοῖς παραδεδομένοις ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, μὴ παρ᾽ ἑαυτοῦ φιλοτιμεῖσθαι καινοτομεῖν, ἀλλὰ τοῖς προκατηγγελμένοις παρὰ τῶν ἁγίων ἐφησυχάζειν. Ὃ τοίνυν οὔτε ἡ κοινὴ συνήθεια, οὔτε ἡ τῶν Γραφῶν χρῆσις παραδέδεκται, τούτου κατατολμᾷν πῶς οὐχὶ τῆς ἐσχάτης ἀπονοίας ἐστί; Τίς γὰρ πατὴρ ἢ μήτηρ εὐμενῶς καὶ ἡμέρως πρὸς τὸν ἐξ αὐτοῦ διακείμενος, ἀφεὶς τὸ προσαγορεύειν αὐτὸν υἱὸν ἢ τέκνον, γέννημα ἂν προσείποι; Τέκνον γὰρ, φησὶν, ὕπαγε εἰς τὸν ἀμπελῶνα· καὶ ἀλλαχοῦ· Ὁ Θεὸς ὄψεται ἑαυτῷ πρόβατον εἰς σφαγὴν, τέκνον· καὶ πάλιν ὁ Ἰσαάκ· Τίς εἶ, τέκνον; καὶ, Υἱὲ, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου· καὶ, Υἱὸς σοφὸς εὐφραίνει πατέρα· καὶ εἴ τι τοιοῦτον. Οὐδαμοῦ δὲ γέννημα τὸν ἐξ αὐτοῦ ἕκαστος προσειπὼν ἐπιδείκνυται. Καὶ ἡ αἰτία σαφής· ὅτι ὁ μὲν υἱὸς καὶ τὸ τέκνον ἐμψύχων εἰσὶν ὀνόματα, τὸ γέννημα δὲ οὐ πάντως.
Μετάφραση
Αλλά εάν ο Θεός εγέννησε, λέγει, πώς δεν πρέπει να ονομάζουμε τον γεννηθέντα «γέννημα»; Διότι είναι φοβερό για εμάς να τον προσφωνούμε με δικά μας ονόματα, αυτόν στον οποίο ο Θεός χάρισε το όνομα το υπέρ παν όνομα. «Υιός μου είσαι εσύ», λέγει, «εγώ σήμερα σε έχω γεννήσει». Καίτοι θα ήταν πιο λογικό σύμφωνα με το επιχείρημά τους, λόγω του ότι έχει γεννηθεί, να ονομαστεί γέννημα και όχι Υιός· αλλά δεν λέχθηκε έτσι. Γι' αυτό, εκείνος που έχει προ οφθαλμών του το κριτήριο του Χριστού και γνωρίζει πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να αφαιρέσει ή να προσθέσει κάτι στα όσα έχουν παραδοθεί από το Πνεύμα, πρέπει να μην φιλοδοξεί να καινοτομεί από μόνος του, αλλά να αναπαύεται σε όσα έχουν προκηρυχθεί από τους αγίους. Εκείνο, λοιπόν, το οποίο ούτε η κοινή συνήθεια ούτε η χρήση των Γραφών έχει αποδεχθεί, πώς το να το αποτολμά κανείς δεν αποτελεί την έσχατη παραφροσύνη; Διότι ποιος πατέρας ή ποια μητέρα, που διάκειται ευμενώς και ήμερα προς εκείνον που προέρχεται από αυτούς, αφήνοντας το να τον προσφωνήσει υιό ή τέκνο, θα τον ονόμαζε γέννημα; Διότι λέγει: «Τέκνο, πήγαινε στο αμπέλι»· και αλλού: «Ο Θεός θα προνοήσει για τον εαυτό του πρόβατο για σφαγή, τέκνο μου»· και πάλι ο Ισαάκ: «Ποιος είσαι, τέκνο μου;» και, «Υιέ μου, μην καταφρονείς την παιδεία του Κυρίου»· και, «Σοφός υιός ευφραίνει τον πατέρα»· και οτιδήποτε παρόμοιο. Πουθενά όμως δεν αποδεικνύεται να έχει προσφωνήσει κανείς «γέννημα» εκείνον που προέρχεται από αυτόν. Και η αιτία είναι σαφής: διότι ο μεν «υιός» και το «τέκνο» είναι ονόματα εμψύχων όντων, το δε «γέννημα» όχι πάντοτε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες