Καὶ γὰρ καὶ τοὺς Σκύθας μιμούμενοι ἥρπασαν Εὐτύχιον ὑποδιάκονον, ἄνδρα καλῶς ὑπηρετοῦντα τῇ ἐκκλησίᾳ, καὶ ποιήσαντες εἰς τὰ νῶτα ταυρείαις ἴσα θανάτῳ κατακοπῆναι ἠξίωσαν εἰς μέταλλον ἀποσταλῆναι, καὶ μέταλλον οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ᾽ εἰς τὸ τῆς Φαινώ, ἔνθα καὶ φονεὺς καταδικαζόμενος ὀλίγας ἡμέρας μόγις δύναται ζῆσαι. καὶ τὸ παράδοξον οὐδὲ κἂν ὀλίγας ὥρας ἐπέτρεψαν αὐτὸν θεραπευθῆναι διὰ τὰς πληγάς, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἐποίησαν ἀποσταλῆναι φάσκοντες· ‘εἰ τοῦτο γένηται, πάντες φοβηθήσονται καὶ μεθ᾽ ἡμῶν ἔσονται λοιπόν’. οὐ πολὺ δὲ διέστη καὶ μὴ δυνηθεὶς εἰς τὸ μέταλλον φθάσαι διὰ τὸν πόνον τῶν πληγῶν ἀπέθανεν ἐν τῇ ὁδῷ. καὶ ὁ μὲν ἐτελεύτα χαίρων ἔχων τὸ καύχημα τοῦ μαρτυρίου, οἱ δὲ ἀσεβεῖς οὐδὲ οὕτως ᾐσχύνοντο, κατὰ δὲ τὸ γεγραμμένον «ἀνελεήμονα σπλάγχνα ἔχοντες» καὶ τοῦτο μελετήσαντες σατανικόν τι πάλιν πεποιήκασιν. ἀξιούντων γὰρ τῶν λαῶν διὰ τὸν Εὐτύχιον καὶ δεομένων περὶ αὐτοῦ πεποιήκασιν ἁρπασθῆναι καλοὺς καὶ ἐλευθέρους ἄνδρας τέσσαρας, Ἑρμείαν λούοντα τοὺς ἀνεξόδους καὶ πάνυ γε τούτους πληγαῖς κατακόψας ἐνέβαλεν εἰς τὸ δεσμωτήριον ὁ δούξ. ἀλλ᾽ οἱ Ἀρειανοὶ καὶ Σκυθῶν ὠμότεροι τυγχάνοντες, ἐπεὶ ἑωράκασι μὴ τελευτήσαντας ἐκείνους ἀπὸ τῶν πληγῶν, ἐμέμφοντο καὶ ἠπείλουν· ‘γράφομεν’ λέγοντες ‘τοῖς εὐνούχοις, ὅτι μὴ μαστίζεις ὡς θέλομεν ἡμεῖς’.
Μετάφραση
Διότι, μιμούμενοι ακόμη και τους Σκύθες, άρπαξαν τον υποδιάκονο Ευτύχιο, έναν άνδρα που υπηρετούσε άξια την Εκκλησία, και αφού τον κατέκοψαν στην πλάτη με βούνευρα μέχρι θανάτου, απαίτησαν να σταλεί εξόριστος σε μεταλλείο, και μάλιστα όχι σε ένα οποιοδήποτε μεταλλείο, αλλά σε αυτό της Φαινώς, όπου ακόμη και ένας καταδικασμένος φονιάς μετά βίας μπορεί να επιζήσει για λίγες ημέρες. Και το πλέον παράδοξο είναι ότι δεν του επέτρεψαν ούτε καν για λίγες ώρες να δεχθεί περιποίηση για τις πληγές του, αλλά φρόντισαν να αποσταλεί αμέσως, λέγοντας: «Εάν γίνει αυτό, όλοι θα φοβηθούν και στο εξής θα ταχθούν με το μέρος μας». Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και, μη μπορώντας να φτάσει στο μεταλλείο εξαιτίας του πόνου από τις πληγές, ξεψύχησε στον δρόμο. Και εκείνος μεν πέθανε χαίροντας, έχοντας το καύχημα του μαρτυρίου, οι ασεβείς όμως ούτε και με αυτό ένιωσαν ντροπή, αλλά σύμφωνα με το γεγραμμένο, επειδή «έχουν σπλάχνα ανελέητα», μηχανεύτηκαν και έπραξαν πάλι κάτι σατανικό. Καθώς ο λαός διαμαρτυρόταν για τον Ευτύχιο και ικέτευε για αυτόν, διέταξαν να αρπάξουν τέσσερις καλούς και ελεύθερους άνδρες, καθώς και τον Ερμεία που περιποιούνταν τους ανήμπορους· και αφού τους κατέκοψε ανελέητα με τα χτυπήματα, ο δούκας τους έριξε στη φυλακή. Όμως οι Αρειανοί, αποδεικνυόμενοι πιο σκληροί και από τους Σκύθες, όταν είδαν ότι εκείνοι δεν πέθαναν από τις πληγές τους, κατηγορούσαν τον δούκα και τον απειλούσαν λέγοντας: «Θα γράψουμε στους ευνούχους ότι δεν τους μαστιγώνεις όπως θέλουμε εμείς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες