Ἕστηκέ τις ἐνταῦθα φθόνῳ τὴν ψυχὴν κεκακωμένην ἔχων; Εἴη μὲν οὖν μηδένα εἶναι· καὶ τοῦτο ἐμοὶ εὐχή ἐστι πρέπουσα. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δύσκολον ἐν ἀνθρωπίνῃ φύσει μὴ εἶναι ἕν τι τῶν παθῶν μικρὸν ἢ μεῖζον, ἕκαστος ἐκ τῶν εἰρημένων ἐκλεγέσθω τὴν ὠφέλειαν. Βάσκανος εἶ; λάβε τὴν θεραπείαν· Θυμώδης εἶ; πρόκειταί σοι ἡ ἴασις. Διαλέγεται γὰρ περὶ τούτων πάντων. Καὶ, εἰ δυνατὸν, ἐροῦμεν βραχέα ἀφ᾽ ἑκάστου τῶν εἰρημένων ἀπανθιζόμενοι. Πλεονέκτης εἶ; ἐνταῦθα ἡ ἴασις. Ὑπερήφανος εἶ; ὧδε δαμάσεις τὴν ὑπερηφανίαν· ὧδε κολάσεις τῆς ψυχῆς τὸ ὕψος, ἐὰν θελήσῃς. Πάντα, ὥσπερ πηγῆς βρυούσης, ἀρυόμενος τὰ ἀγαθὰ τῶν λόγων τῶν πνευματικῶν, οὕτω πλουσίως σεαυτῷ ἐπαντλήσας ἐπάνιθι. Εἴρηται πρῶτος λόγος ἐν Παροιμίαις, κατὰ τὸ εἶδος τὸ παροιμιακὸν, πρὸς γυμνασίαν τοῦ νοῦ τοῦ ἡμετέρου τῆς ἀσαφείας ἐπιτεθείσης, ὅτι «Ὁ βλέπων λεῖα ἐλεηθήσεται.» Ἆρα αὐτόθεν ἥρπασας τὴν διάνοιαν τοῦ ῥήματος, ἢ ἐπιζητεῖς, ὅγε φιλόπονος ἀκροατὴς, πῶς ὁ λεῖα βλέπων ἐπαινεθήσεται; Ἐπαινετὰ γάρ ἐστι τὰ κατὰ προαίρεσιν. Ὁρῶμεν δὲ οἱ ἄνθρωποι οὐχ ὁποῖα βουλόμεθα, ἀλλ᾽ ὁποῖα ἡ φύσις τῶν ὁρωμένων ἐστίν. Ὥστε ἐὰν μέν τι τραχὺ ᾖ κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν, οἷον ὑπάρχει τῇ φύσει, τοιοῦτόν ἐστιν ὁραθῆναι· ἐὰν δὲ τοῖς λείοις ἐπιβάλωμεν τὰς ὄψεις τῶν ὁρωμένων, πόθεν ὁ ἔπαινος τῷ ὁρῶντι τὰ λεῖα;
Μετάφραση
Στέκεται άραγε κανείς εδώ που να έχει την ψυχή του κακωμένη από τον φθόνο; Είθε βέβαια να μην υπάρχει κανείς· και αυτή είναι η πρέπουσα ευχή για εμένα. Αλλά επειδή είναι δύσκολο στην ανθρώπινη φύση να μην υπάρχει κάποιο από τα πάθη, μικρό ή μεγάλο, ας αντλήσει ο καθένας την ωφέλεια από όσα έχουν ειπωθεί. Είσαι φθονερός; Λάβε τη θεραπεία. Είσαι θυμώδης; Προσφέρεται σε εσένα η ίαση. Διότι γίνεται λόγος για όλα αυτά τα πάθη. Και, εάν είναι δυνατόν, θα πούμε λίγα λόγια, σταχυολογώντας από το καθένα από τα λεγόμενα. Είσαι πλεονέκτης; Εδώ βρίσκεται η ίαση. Είσαι υπερήφανος; Εδώ θα δαμάσεις την υπερηφάνεια· εδώ θα χαλιναγωγήσεις την έπαρση της ψυχής, εάν το θελήσεις. Αντλώντας όλα τα αγαθά των πνευματικών λόγων, σαν από πηγή που αναβλύζει, αφού τα αντλήσεις τόσο πλούσια για τον εαυτό σου, τότε να αναχωρήσεις. Έχει ειπωθεί ως πρώτος λόγος στις Παροιμίες, σύμφωνα με το παροιμιακό είδος, έχοντας προστεθεί η ασάφεια για την εξάσκηση του νου μας, ότι «Εκείνος που βλέπει τα λεία θα ελεηθεί». Άραγε συνέλαβες αμέσως το νόημα της φράσης, ή μήπως επιζητείς να μάθεις, ως φιλόπονος ακροατής, πώς θα επαινεθεί εκείνος που βλέπει τα λεία; Διότι αξιέπαινα είναι εκείνα που γίνονται με ελεύθερη προαίρεση. Εμείς όμως οι άνθρωποι δεν βλέπουμε όποια πράγματα θέλουμε, αλλά βλέπουμε ανάλογα με τη φύση των πραγμάτων που ορώνται. Ώστε, εάν κάτι είναι τραχύ στην επιφάνειά του, όπως ακριβώς υπάρχει στη φύση του, τέτοιο και φαίνεται· εάν πάλι στρέψουμε το βλέμμα μας σε όσα από τα ορώμενα είναι λεία, από πού προκύπτει ο έπαινος για εκείνον που βλέπει τα λεία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες