Ἀλλ᾽ οὐδὲν τούτων εἶπεν, ἐπείσθη δὲ τῷ καλῶς συμβουλεύοντι, εἰδὼς ὅτι 〈συμβουλίας ἀκούει σοφός.〉 Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, ἱματίων προκειμένων, ὁ χρυσίον μὴ ἔχων δοκιμάζει μόνον τὰ ἐνδύματα καὶ σκύλλει ταῦτα ἐνδυόμενος καὶ ἀποδυόμενος, καὶ ὅλα φορεῖ, καὶ οὔτε ἓν παρ᾽ ἑαυτῷ κρατεῖ, οὕτως ὁ λεγόμενος φίλος, μὴ ἔχων χρυσὸν δόκιμον τὴν συνείδησιν, ὡς ἐν ἀγορᾷ τῷ βίῳ πάντας ἐνδύεται καὶ ἀποδύεται, πάντας ἀλλάσσει καὶ οὐδὲ ἕνα φορεῖ. Ἀλλ᾽ οὐκ ἦσαν τοιοῦτοι φίλοι ὁ Χουσὶ καὶ ὁ Δαυίδ, οὐδὲ τὸ πικρὸν τοῦ δόλου ποτήριον ἀλλήλοις προέπινον, οὐδὲ τὴν μάχαιραν τοῦ φθόνου καθ᾽ ἑαυτῶν ὤξυναν· αὐτοὶ δὲ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς κεράσαντες καὶ τὰς δύο ψυχὰς μίαν τῇ διαθέσει δείξαντες, ὥσπερ τῆς εὐημερίας, οὕτω καὶ τῆς ταλαιπωρίας κοινωνοὶ ἐγένοντο. Μίαν γὰρ περῶντες τοῦ βίου θάλασσαν καὶ εἰς τὸ αὐτὸ σκάφος τῆς συνειδήσεως πλέοντες, καὶ τὴν εὐπλοΐαν καὶ τὸν χειμῶνα ὡσαύτως ὑπέμενον. 〈Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ, ὃν ᾖσε τῷ κυρίῳ ὑπὲρ τῶν λόγων Χουσὶ υἱοῦ Ἰεμενεί.〉 Καὶ διὰ τί ᾠδὴν τῷ κυρίῳ ὁ Δαυὶδ ὑπὲρ τοῦ Χουσὶ ἀνέπεμψε, δι᾽ ὀλίγων ἴδωμεν. Ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἀβεσσαλὼμ κατ᾽ αὐτοῦ ἐτυράννησε. Φιλήμασι γὰρ καὶ περιπλοκαῖς σαγηνεύων ἕκαστον, τῆς τοῦ πατρὸς φιλίας τοὺς φίλους ἀπέσπασε, τὸν δόλον ὡς ἰξὸν φέρων καὶ τὸ φίλημα ἄγκιστρον καὶ δέλεαρ τὴν κολακείαν καὶ δίκτυα πλάνης τὰς περιπλοκάς.
Μετάφραση
Αλλά τίποτα από αυτά δεν είπε, αντίθετα πείστηκε σε αυτόν που τον συμβούλευε σωστά, γνωρίζοντας ότι <ο σοφός ακούει συμβουλές>. Και όπως ακριβώς στην αγορά, όταν εκτίθενται ενδύματα, αυτός που δεν έχει χρυσάφι δοκιμάζει μόνο τα ρούχα και τα φθείρει φορώντας και βγάζοντάς τα, και όλα τα φοράει, και ούτε ένα δεν κρατά για τον εαυτό του, έτσι και ο λεγόμενος φίλος, μη έχοντας ως γνήσιο χρυσάφι τη συνείδηση, σαν σε αγορά μέσα στον βίο όλους τους ντύνεται και τους εκδύεται, όλους τους αλλάζει και κανέναν δεν κρατά. Αλλά δεν ήταν τέτοιοι φίλοι ο Χουσί και ο Δαυίδ, ούτε το πικρό ποτήρι του δόλου πρόσφεραν ο ένας στον άλλον, ούτε το μαχαίρι του φθόνου ακόνιζαν εναντίον τους· αντίθετα αυτοί, έχοντας σμίξει αναμεταξύ τους και αναδεικνύοντας τις δύο ψυχές ως μία κατά τη διάθεση, έγιναν κοινωνοί τόσο της ευημερίας όσο και της ταλαιπωρίας. Διότι, διασχίζοντας μία θάλασσα του βίου και πλέοντας στο ίδιο σκάφος της συνειδήσεως, και το καλό ταξίδι και την τρικυμία τα υπέμεναν εξίσου. <Ψαλμός του Δαυίδ, τον οποίο έψαλε στον Κύριο για τα λόγια του Χουσί, γιου του Ιεμενεί.> Και για ποιον λόγο ο Δαυίδ ανέπεμψε ωδή στον Κύριο για τον Χουσί, ας το δούμε εν συντομία. Ο γιος του, ο Αβεσσαλώμ, επαναστάτησε εναντίον του. Διότι, σαγηνεύοντας τον καθένα με φιλιά και εναγκαλισμούς, απέσπασε τους φίλους από τη φιλία του πατέρα, φέροντας τον δόλο ως ξόβεργα και το φιλί ως αγκίστρι και ως δόλωμα την κολακεία και ως δίχτυα πλάνης τους εναγκαλισμούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες