ΚΕΦΑΛΗ Α. Ὅτι κατὰ τὰς Ἑλλήνων ἀμαθεῖς ὑπονοίας, οὐ ταῖς ὥραις ὡς ἐξ ἀνάγκης ὑπόκειται τὰ καθ᾽ ἡμᾶς, ἀλλ᾽ ἐκ προαιρέσεως ἰδίας ἐπί τε τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ ἐναντίον ἐρχόμεθα· καὶ ὅτι τοῖς τοῦ Θεοῦ νεύμασι διοικούμεθα. <Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι Ἰουδαῖοι· καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.> ΚΑΤΑΔΗΧΘΕΝΤΕΣ τοῖς ἐλέγχοις οἱ Φαρισαῖοι, καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις σιωπὴν ταῖς μὲν σφῶν δυστροπίαις ὁρῶντες οὐκ ἀζήμιον, ἐπωφελῆ δὲ τοῖς ὄχλοις· συνεπείθοντο γάρ πως ἐπὶ τὸ χρῆναι λοιπὸν ὁμολογεῖν αὐτὸν εἶναι τὸν Χριστόν· ἐπὶ τὸ συνῆθες αὐτοῖς κατασύρονται θράσος, καὶ διψῶσι πάλιν τὸ μιαιφονεῖν. αἰδὼ μὲν τὴν πρὸς τὸν νόμον, ὡς ἀχρειοτάτην αὐτοῖς παρωσάμενοι, ἐν δὲ τῷ μηδενὶ λόγῳ τὰ ἐν τοῖς ἱεροῖς πεποιημένοι γράμμασι, τὸ δέ “Ἀθῷον καὶ ”δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς” οὐδεμιᾶς ἀξιώσαντες μνήμης, ἀδικωτάτην κατὰ Χριστοῦ νοσοῦσι μανίαν. ἀλλ᾽ ἐκ θείας ἰσχύος περιτρέπεται πάλιν αὐτοῖς πρὸς πᾶν τοὐναντίον τῶν ἐγχειρημάτων ἡ ἔκβασις. “Οὐ γὰρ ἐπιτεύξεται δόλιος ”θήρας,” κατὰ τὸ γεγραμμένον. ζητοῦσι μὲν γὰρ αὐτὸν πιάσαι, καθά φησιν ὁ Εὐαγγελιστὴς, ὡς ἐθελούσιον καὶ αὐτοκέλευστον τὴν ἐπὶ τοῖς ἐλέγχοις ποιησάμενοι σιωπὴν, καὶ τὸ κεκωλύσθαι δοκεῖν παρ᾽ αὐτοῦ ταῖς ὑστέραις ὀργαῖς ἀποκρουόμενοι.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄. Ότι, αντίθετα με τις αμαθείς δοξασίες των Ελλήνων, τα ανθρώπινα δεν υπόκεινται αναγκαστικά στις ώρες του πεπρωμένου, αλλά με δική μας προαίρεση προχωρούμε τόσο προς το αγαθό όσο και προς το αντίθετό του· και ότι διοικούμαστε από το θέλημα του Θεού. «Ζητούσαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι να τον πιάσουν· και κανείς δεν άπλωσε πάνω του το χέρι, διότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα του.» Καταπληγωμένοι από τους ελέγχους οι Φαρισαίοι, και βλέποντας ότι η σιωπή τους απέναντι σε αυτά δεν ήταν αζήμια για τη δική τους κακοτροπία, αλλά αντίθετα ωφελούσε τα πλήθη· διότι πείθονταν κατά κάποιο τρόπο στο ότι έπρεπε πλέον να ομολογήσουν πως αυτός είναι ο Χριστός· παρασύρονται στο συνηθισμένο τους θράσος και διψούν και πάλι να μιαιφονήσουν. Αφού απώθησαν τον σεβασμό προς τον νόμο ως κάτι το εντελώς άχρηστο για αυτούς, και αφού θεώρησαν ως μηδαμινά όσα αναφέρονται στα ιερά γράμματα, και χωρίς να αξιώσουν καμίας μνήμης το «δεν θα θανατώσεις αθώο και δίκαιο», νοσούν από την πιο άδικη μανία κατά του Χριστού. Αλλά, λόγω της θείας ισχύος, η έκβαση των εγχειρημάτων τους ανατρέπεται πάλι στο εντελώς αντίθετο. Διότι, σύμφωνα με το γεγραμμένο, «ο δόλιος δεν θα επιτύχει θήραμα». Ζητούν λοιπόν να τον πιάσουν, όπως λέει ο Ευαγγελιστής, εμφανίζοντας τη σιωπή τους κατά τους ελέγχους ως εκούσια και αυθαίρετη, και αποκρούοντας με την κατοπινή οργή τους την εντύπωση ότι παρεμποδίστηκαν από αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες