Ἄθρει δὲ ὅπως ἐκ φιλαυτίας τε ὁμοῦ καὶ ὑπεροψίας, ἀναίδην ἀνεφώνει· «Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» Τίς ἐστιν οὗτος, φησὶν, ἵνα τοῦτον ὡς ἐμαυτὸν ἀγαπήσω; Ὑπερέχω πάντων· εἰμὶ νομικός· κρίνω πάντας, οὐ κρίνομαι παρά τινος· δικάζω, καὶ οὐ δικάζομαι· πάντων διαφέρω· πάντων κρείττων τυγχάνω· πᾶσιν ἐπιτάττω· πάντες μου χρῄζουσιν, ἐγὼ δὲ χρῄζω οὐδενός· τίς μου ἄρα ἐστὶ πλησίον, ἵνα τοῦτον ὡς ἐμαυτὸν ἀγαπήσω; Οὐδεὶς αὖ, νομικὲ, κατὰ σέ; Πάντων ἐπέκεινα σαυτὸν ἀποφέρεις; Κατένεγκε τὴν ὀφρύν· μέμνησο τοῦ λέγοντος παροιμιαστοῦ· «Οἱ δὲ ἑαυτοῖς ἐπιγνώμονες, σοφοί.» Ὄντως ἐν τούτοις ἡ τῆς ζωῆς δύναμις ἐν τῷ ἀγαπᾷν τὸν Θεὸν καὶ πλησίον, οὐκ ἀλλαττομένοις ὑφ᾽ ἡμῶν, ἀλλ᾽ ἐπιτεινομένοις ὑπὲρ τὰ μέτρα τὰ Ἰουδαϊκὰ, καὶ τῆς ἐπιτάσεως ἐμπεριεχομένης δυνάμει τοῖς εἰρημένοις ἐπιτάγμασι. Τὸ γὰρ ἐξ ὅλης καρδίας, καὶ ψυχῆς, καὶ ἰσχύος τὸν Θεὸν ἀγαπᾶν, ὑπεξαίρει τὴν πρὸς χρήματα, τὴν πρὸς ἡδονὴν, τὴν πρὸς κενὴν δόξαν ἀγάπην· ἐξάγει κοσμικῆς διαθέσεως, ἐκλεκτὸν ἀπὸ κόσμου καθίστησι, συνάπτει Χριστῷ, καὶ τὸ ὅλον εἴπειν, Χριστιανὸν ἐξ Ἰουδαίου ποιεῖ.
Μετάφραση
Παρατήρησε δε πώς από φιλαυτία και ταυτόχρονα υπεροψία, αναίσχυντα αναφωνούσε: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;» Ποιος είναι αυτός, λέει, ώστε να τον αγαπήσω σαν τον εαυτό μου; Υπερέχω όλων· είμαι νομικός· κρίνω τους πάντες, δεν κρίνομαι από κανέναν· δικάζω, και δεν δικάζομαι· διαφέρω από όλους· τυγχάνω ανώτερος όλων· διατάζω τους πάντες· όλοι με έχουν ανάγκη, ενώ εγώ δεν έχω ανάγκη κανέναν· ποιος άραγε είναι ο πλησίον μου, ώστε να τον αγαπήσω σαν τον εαυτό μου; Κανένας λοιπόν, νομικέ, σύμφωνα με εσένα; Τοποθετείς τον εαυτό σου πάνω από όλους; Ταπείνωσε την έπαρσή σου· θυμήσου τον παροιμιαστή που λέει: «Όσοι όμως έχουν επίγνωση του εαυτού τους, είναι σοφοί». Όντως σε αυτά βρίσκεται η δύναμη της ζωής, στο να αγαπά κανείς τον Θεό και τον πλησίον, τα οποία δεν μεταβάλλονται από εμάς, αλλά εντείνονται πέρα από τα ιουδαϊκά μέτρα, ενώ η ένταση αυτή εμπεριέχεται εν δυνάμει στα προαναφερθέντα προστάγματα. Διότι το να αγαπά κανείς τον Θεό εξ όλης της καρδίας, και της ψυχής, και της ισχύος, αναιρεί την αγάπη προς τα χρήματα, προς την ηδονή, και προς την κενή δόξα. Τον απομακρύνει από το κοσμικό φρόνημα, τον καθιστά εκλεκτό του κόσμου, τον ενώνει με τον Χριστό, και, με ένα λόγο, τον κάνει Χριστιανό από Ιουδαίο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες