Ἐπάγει γάρ· 〈Καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.〉 Ἵνα τοίνυν δείξῃ ὅτι οὐ περὶ τῶν αἰσθητῶν ὀστέων, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐνθυμιῶν ἔλεγε, παραλιπὼν τὴν σάρκα ψυχῆς ἐμνημόνευσε· 〈Καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.〉 Οὕτως ἐν ἄλλοις ἔλεγε· 〈Πάντα τὰ ὀστᾶ μου ἐροῦσι· Κύριε, τίς ὅμοιός σοι;〉 Καὶ οὐ πάντως περὶ τῶν ὀστέων τοῦ σώματος ἔλεγεν· οὐδὲ γὰρ στόμα καὶ χείλη τὰ ὀστᾶ ἔχουσι. Καὶ πάλιν· 〈Σὴς ὀστέων καρδία αἰσθητική.〉 Καὶ οὐ πάντως 〈ὅτι〉 ὑπὸ σητῶν τὰ ὀστᾶ ἐσθίονται, ἀλλ᾽ ὅτι ὑπὸ λογισμῶν ὀξυτάτων ἐν θλίψεσι κατεσθίονται αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἐπεὶ οὖν εἰς αἴσθησιν ὧν ἥμαρτεν ἦλθεν ὁ Δαυὶδ καὶ τὰς ἐκ τῆς συνειδήσεως βασάνους ὑπέμεινε καὶ ὡς ὑπὸ δημίων αὐστηρῶν τῶν λογισμῶν ἐμαστίζετο— οὐδὲν γὰρ οὕτως ἅπτεται ψυχῆς ὡς συνείδησις λάθρᾳ βασανίζουσα τὰς ἐν τῇ ψυχῇ βασάνους—ἰαθῆναι παρακαλεῖ· 〈Ἴασαί με, κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου.〉 Ἀλλ᾽ οὐ μόνον ἕως λογισμῶν καὶ ἐνθυμήσεων ἐσκίρτα ὁ τάραχος, ἀλλὰ γὰρ καὶ αὐτὴν τὴν ψυχὴν ταράξας τῇ πράξει ἐβύθισε. 〈Καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· ἡ ψυχή μου,〉 ἡ τὴν προφητείαν δεξαμένη· 〈ἡ ψυχή μου,〉 ἡ τῶν ψαλμῶν πηγή· 〈ἡ ψυχή μου,〉 ἡ ἀποθήκη τῶν μυστηρίων τοῦ θεοῦ. Ὅπου εἰρήνη ἐθαλαμεύετο, ἐκεῖ ὁ πόλεμος τῆς ἁμαρτίας κατ᾽ ἐμοῦ ὠρχήσατο. 〈Καὶ σύ, κύριε, ἕως πότε;〉 Οὐκ ἐβράδυνα πρὸς μετάνοιαν· μὴ βραδύνῃς πρὸς τὴν ἐμὴν πρόνοιαν.
Μετάφραση
Διότι προσθέτει: «Και η ψυχή μου ταράχτηκε σφόδρα». Για να δείξει λοιπόν ότι δεν μιλούσε για τα αισθητά οστά, αλλά για τους λογισμούς, παραλείποντας τη σάρκα μνημόνευσε την ψυχή: «Και η ψυχή μου ταράχτηκε σφόδρα». Έτσι και αλλού έλεγε: «Όλα τα οστά μου θα πουν· Κύριε, ποιος είναι όμοιός σου;» Και βεβαίως δεν μιλούσε για τα οστά του σώματος· διότι τα οστά δεν έχουν στόμα και χείλη. Και πάλι: «Σκόρος των οστών είναι η ευαίσθητη καρδιά». Και βεβαίως δεν εννοεί ότι τα οστά τρώγονται από σκόρους, αλλά ότι από οξύτατους λογισμούς μέσα σε θλίψεις κατατρώγονται οι δυνάμεις της ψυχής. Επειδή λοιπόν ο Δαβίδ συναισθάνθηκε τα όσα αμάρτησε και υπέμεινε τα βάσανα της συνειδήσεως και μαστιζόταν από τους λογισμούς σαν από αυστηρούς δήμιους —διότι τίποτα δεν αγγίζει τόσο την ψυχή όσο η συνείδηση που βασανίζει κρυφά, επιφέροντας τα βάσανα μέσα στην ψυχή— παρακαλεί να θεραπευτεί: «Γιάτρεψέ με, Κύριε, διότι ταράχτηκαν τα οστά μου». Αλλά η ταραχή δεν περιορίστηκε μόνο στους λογισμούς και τις σκέψεις, αλλά ταράζοντας και την ίδια την ψυχή με την πράξη τη βύθισε. «Και η ψυχή μου ταράχτηκε σφόδρα· η ψυχή μου», που δέχθηκε την προφητεία· «η ψυχή μου», η πηγή των ψαλμών· «η ψυχή μου», το ταμείο των μυστηρίων του Θεού. Εκεί όπου κατοικούσε η ειρήνη, εκεί χόρεψε εναντίον μου ο πόλεμος της αμαρτίας. «Και συ, Κύριε, έως πότε;» Δεν καθυστέρησα τη μετάνοια· μην καθυστερήσεις την πρόνοιά σου για μένα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες