ΤΙΤΛ. Βʹ. —Περὶ μισοπονηρίας, καὶ τῶν ἀπαρεσκόντων Θεῷ. «Ἄτοπα οὐ βούλεται ἰδεῖν ὁ Κύριος· ἐναντίον αὐτοῦ οὐκ εἰσελεύσεται ὁ Κύριος.» «Οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ. Οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος, οὐδὲ διαμενοῦσιν.» —«Ἐμίσησας πάντας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διὰ κενῆς.» —«Ἠγάπησας δικαιοσύνην, καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν.» —«Ὁ Θεὸς διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων, κατῃσχύνθησαν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξουδένωσεν αὐτούς.» —«Ἐξουδένωσας πάντας τοὺς ἀποστατοῦντας ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἄδικον τὸ ἐνθύμημα αὐτῶν.» «Βδέλυγμα Κυρίῳ χείλη ψευδῆ· βδέλυγμα Κυρίῳ λογισμὸς ἄδικος.» «Ὃς δίκαιον κρίνει τὸν ἄδικον, ἄδικον δὲ τὸν δίκαιον, ἀκάθαρτος καὶ βδελυκτὸς παρὰ Κυρίῳ. »Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται.» —«Βδέλυγμα Κυρίῳ, διεστραμμέναι ὁδοί.» —«Ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος.» «Ἐγώ εἰμι Κύριος, ἀγαπῶν δικαιοσύνην, καὶ μισῶν ἁρπάγματα ἐξ ἀδικίας.» «Ἐγενήθητέ μοι εἰς πλησμονήν· οὐκέτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν. Ὅταν τὰς χεῖρας ὑμῶν ἐκτείνητε πρός με, ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀφ᾽ ὑμῶν. Καὶ ἐὰν πληθύνητε τὴν δέησιν, οὐκ εἰσακούσω ὑμῶν. Αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις.» «Μισητὴ ἔναντι Κυρίου καὶ ἀνθρώπων ὑπερηφανία.» Τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν, βδέλυγμα ἐνώπιον Κυρίου.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Βʹ. —Περί της μισοπονηρίας και περί αυτών που δεν αρέσουν στον Θεό. «Άτοπα πράγματα δεν θέλει να βλέπει ο Κύριος· απέναντί του δεν θα εισέλθει ο Κύριος.» «Διότι δεν είσαι Θεός που θέλει την ανομία. Δεν θα κατοικήσει μαζί σου αυτός που πράττει την πονηρία, ούτε θα παραμείνουν.» —«Εμίσησας όλους όσοι τηρούν ματαιότητες ανωφελώς.» —«Αγάπησας τη δικαιοσύνη και εμίσησας την ανομία.» —«Ο Θεός διεσκόρπισε τα οστά των ανθρωπαρέσκων· ντροπιάστηκαν, διότι ο Θεός τους εξουδένωσε.» —«Εξουδένωσες όλους εκείνους που αποστατούν από τα προστάγματά σου, διότι άδικη είναι η σκέψη τους.» «Βδέλυγμα για τον Κύριο είναι τα ψευδή χείλη· βδέλυγμα για τον Κύριο είναι ο άδικος λογισμός.» «Εκείνος που κρίνει δίκαιο τον άδικο, και άδικο τον δίκαιο, είναι ακάθαρτος και βδελυρός ενώπιον του Κυρίου.» «Ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους.» —«Βδέλυγμα στον Κύριο είναι οι διεστραμμένες οδοί.» —«Ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου είναι κάθε υψηλοκάρδιος.» «Εγώ είμαι ο Κύριος, που αγαπώ τη δικαιοσύνη και μισώ τις αρπαγές από αδικία.» «Μου γίνατε βάρος· δεν θα ανεχθώ πλέον τις αμαρτίες σας. Όταν απλώνετε τα χέρια σας προς εμένα, θα αποστρέψω τα μάτια μου από εσάς. Και εάν πληθύνετε τη δέηση, δεν θα σας εισακούσω. Διότι τα χέρια σας είναι γεμάτα αίμα.» «Μισητή ενώπιον του Κυρίου και των ανθρώπων είναι η υπερηφάνεια.» Αυτό που στους ανθρώπους θεωρείται υψηλό, είναι βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες