In Psalmum XVIII Εἰς τὸν 〈ιη〉 ψαλμόν. 〈Θεωρῶν ὀφθαλμὸς καλὰ〉 τέρπεται, λέγει ὁ παροιμιαστής. Καὶ ποῖά ἐστι κυρίως τὰ καλὰ οἷς τέρπεται ὀφθαλμός; Ἆρα τὰ πολυθρύλλητα ἱπποδρόμια, ἐν οἷς ἡ ψυχὴ πρὸ τοῦ σώματος τὸ βλέπειν ἀπώλεσεν, ὅπου τυφλὸς τυφλόν, οὐ τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὴν ψυχὴν ὁδηγεῖ καὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον ἁμαρτίας πίπτουσιν; Εἰ γὰρ ἔβλεπον οἱ ταπεινοὶ καὶ δείλαιοι, οὐκ ἂν τὴν ἀλλοτρίαν βλάβην οἰκείαν τέρψιν ἐνόμιζον. Βλέπουσι τὸν ὅμοιον ἄνθρωπον ἀποπεσόντα τοῦ ἅρματος καὶ ὡς νεκρὸν κῦνα τὸν ζῶντα συρόμενον καὶ ὑπὸ τῶν ἀλόγων τὸν λογικὸν σπαραττόμενον, καὶ τῇ μανίᾳ τὰ σπλάγχνα στειρώσαντες, τὴν ἀλλοτρίαν πληγὴν ἰδίαν ἡδονὴν νομίζουσιν. Ἄλλων πάλιν ὀφθαλμοὶ τοῖς θεάτροις τέρπονται, ἔνθα οἱ βλέποντες ὡς μὴ βλέποντες τὴν σωφροσύνην λῃστεύονται, ὅπου τὰ κρυπτὰ τῆς φύσεως ἀναιδῶς θριαμβεύονται, ὅπου ἄνδρες θηλυνόμενοι καὶ γυναῖκες τὸ σεμνὸν ἀρνούμεναι ὡς ἐν κρυπτῷ ἐν μέσῳ τῷ θεάτρῳ ἀναιδῶς πομπεύουσιν, ὅπου νεότης ἀκμάζουσα τῷ πόθῳ μαραίνεται, πεπυρωμένοις βέλεσι τοξευομένη τὸν νοῦν. Καὶ οὐδαμοῦ σίδηρος, καὶ ὁ νέος τέτρωται· οὐδαμοῦ βάρβαρος, καὶ οὗτος αἰχμάλωτος ἄγεται καὶ λαμβάνει τοξεύματα πορνικὰ βλέμματα.
Μετάφραση
Εις τον 18ο Ψαλμό. «Οφθαλμός που βλέπει τα καλά τέρπεται», λέει ο παροιμιαστής. Και ποια είναι κυρίως τα καλά με τα οποία τέρπεται ο οφθαλμός; Μήπως τα πολυθρύλητα ιπποδρόμια, στα οποία η ψυχή, πριν από το σώμα, έχασε την όρασή της, όπου τυφλός οδηγεί τυφλό, όχι κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχή, και αμφότεροι πέφτουν στον βόθρο της αμαρτίας; Διότι, εάν έβλεπαν οι ταπεινοί και άθλιοι, δεν θα θεωρούσαν την ξένη βλάβη δική τους τέρψη. Βλέπουν τον όμοιό τους άνθρωπο να έχει πέσει από το άρμα και τον ζωντανό να σύρεται σαν νεκρό σκυλί και τον λογικό άνθρωπο να κατασπαράσσεται από τα άλογα, και έχοντας απονεκρώσει τα σπλάγχνα τους από τη μανία, θεωρούν την ξένη πληγή δική τους ηδονή. Άλλων πάλι οι οφθαλμοί τέρπονται στα θέατρα, όπου αυτοί που βλέπουν, σαν να μην βλέπουν, στερούνται ληστρικά τη σωφροσύνη τους, όπου τα απόκρυφα της φύσης επιδεικνύονται με αναίδεια, όπου άνδρες που εκθηλύνονται και γυναίκες που απαρνούνται τη σεμνότητα, επιδεικνύουν αναιδώς στο μέσο του θεάτρου όσα ανήκουν στο κρυφό, όπου η ακμάζουσα νεότητα μαραίνεται από το πάθος, δεχόμενη στον νου της πυρωμένα βέλη. Και πουθενά δεν υπάρχει σίδηρος, και όμως ο νέος τραυματίζεται· πουθενά δεν υπάρχει βάρβαρος, και αυτός σύρεται αιχμάλωτος, λαμβάνοντας ως βέλη τα πορνικά βλέμματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες