Ἀνὴρ παράνομος ἀποπειρᾶται φίλων. [Cod. f. 72 a.] Ἐσχάτη παρανομία τὸ ἀποπειρᾶσθαι καὶ δι᾽ ἀπάτης κλέπτειν τὸν πλησίον. Ἢ ὁ φιλίαν παράνομον καὶ ἐσχηματισμένην ἔχων ἀπάγει δι᾽ ἀπάτης, ἐπὶ μὲν τῶν αἰσθητῶν, εἰς ἀνοδίαν· ἐπὶ δὲ νοητῶν, εἰς ἀπορίαν θεωρημάτων. Στηρίζων ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, λογίζεται διεστραμμένα. Οἷον στηρίσας ἐπὶ κακὰ τὸν ἴδιον νοῦν, καὶ τοιαύτην ἕξιν ἀναλαβὼν, οὐδὲν ὀρθὸν ἐπιλογίζεται· πρὸς δὲ ὁμοίαν ἐνέργειαν προφέρει λόγους τοὺς λογισμοὺς, φυσικὴν εἶναι λέγει τὴν ἡδονὴν, καὶ δεῖν ἡμᾶς ἀκολουθῆσαι τῇ φύσει. Στηρίζων δὲ ὀφθαλμοὺς, τὸ διορατικὸν ἀκονήσας εἰς τὸ κακὸν, λέγει. Φυσικὴ ἡ ἡδονή. Χρηστέον αὐτῇ ἐκ Θεοῦ τὰ χρήματα, ἀπολαυστέον αὐτῶν.
Μετάφραση
Ο παράνομος άνθρωπος βάζει σε πειρασμό τους φίλους του. [Cod. f. 72 a.] Αποτελεί έσχατη παρανομία το να βάζει κανείς σε πειρασμό και μέσω απάτης να παραπλανά τον πλησίον. Ή εκείνος που διατηρεί παράνομη και προσποιητή φιλία τον παρασύρει μέσω απάτης, ως προς μεν τα αισθητά σε αδιέξοδο, ως προς δε τα νοητά σε απορία των θεωρημάτων. Προσηλώνοντας τα μάτια του, συλλογίζεται διεστραμμένα. Δηλαδή, έχοντας προσηλώσει στα κακά τον ίδιο του τον νου και έχοντας αποκτήσει τέτοια έξη, δεν σκέφτεται τίποτα το ορθό· αλλά ωθώντας προς παρόμοια ενέργεια εκφράζει τους λογισμούς του με λόγια, λέγοντας ότι η ηδονή είναι φυσική και ότι οφείλουμε να ακολουθούμε τη φύση. Και το «προσηλώνοντας τα μάτια του» σημαίνει ότι, έχοντας ακονίσει τη διορατικότητά του προς το κακό, λέει: «Φυσική είναι η ηδονή. Πρέπει να κάνουμε χρήση αυτής· από τον Θεό προέρχονται τα υλικά αγαθά, πρέπει να τα απολαμβάνουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες