Βʹ. Πλὴν εἰπέ· πόθεν πάρει; καὶ τίς σου ἡ ἐργασία; καὶ τί χαριούμενος ἥκεις ἡμῖν; Ἐπειδὴ πάντα σε σὺν Θεῷ, καὶ παρὰ Θεοῦ κινούμενον ἔγνων, καὶ ἐπ᾽ εὐεργεσίᾳ τῶν δεχομένων. Ἥκεις ἡμᾶς ἐποπτεύσων, ἢ τὸν ποιμένα ζητήσων, ἢ τὸ ποίμνιον ἐποψόμενος; Ἡμᾶς μὲν οὐκ ἔτι ὄντας, ἀλλὰ τῷ πλείστῳ μέρει συναπελθόντας, καὶ τῷ τόπῳ τῆς κακώσεως δυσχεραίνοντας· καὶ νῦν μάλιστα, ἡνίκα τὸν ἐπιστήμονα κυβερνήτην, ἢ τὸν λαμπτῆρα τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀποβεβλήκαμεν, πρὸς ὃν ἀπηυθυνόμεθα βλέποντες, ἄνωθεν ἡμῖν τὴν σωτηρίαν πυρσεύοντα· ἐκεῖνον μετὰ τοῦ καλοῦ παντὸς ἐκδημήσαντα, καὶ πάσης τῆς ποιμαντικῆς εὐταξίας, ἣν χρόνῳ μακρῷ συνελέξατο, πλήρης ἡμερῶν τε ὁμοῦ καὶ φρονήσεως, καὶ τῷ τῆς καυχήσεως γήρᾳ, εἰ δεῖ τὸ τοῦ Σολομῶντος εἰπεῖν, στεφανούμενος. Ποίμνιον ἠπορημένον, καὶ καταβεβλημένον, καὶ ὁρᾷς ὅσης γέμον ἀθυμίας καὶ κατηφείας· οὐκ ἔτι τόπῳ χλόης ἐναναπαυόμενον, οὐδὲ ὕδατι ἀναπαύσεως ἐκτρεφόμενον· ζητοῦν κρημνοὺς, καὶ ἐρημίας, καὶ βάραθρα, καθ᾽ ὧν σπαρήσεται, καὶ διαφθαρήσεται· ἀπιστοῦν εἴ ποτε καὶ ἄλλου ποιμένος συνετοῦ ἐπιτεύξεται, ὅτι μὲν οὐ τοιούτου, καὶ λίαν πεπεισμένον, ἀγαπῶν δ᾽ ἂν, καὶ εἰ μὴ παραπολὺ χείρονος.
Μετάφραση
Βʹ. Όμως πες μου· από πού έρχεσαι; Και ποιο είναι το έργο σου; Και ποια χάρη ήρθες να μας προσφέρεις; Επειδή έχω γνωρίσει ότι σε όλα ενεργείς μαζί με τον Θεό, και κινείσαι από τον Θεό για την ευεργεσία εκείνων που σε υποδέχονται. Ήρθες για να επιβλέψεις εμάς, ή για να αναζητήσεις τον ποιμένα, ή για να επισκεφθείς το ποίμνιο; Εμάς, βέβαια, που πλέον σχεδόν δεν υπάρχουμε, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος έχουμε συνεκδημήσει μαζί του, και δυσφορούμε σε τούτον τον τόπο της κακώσεως· και μάλιστα τώρα, που έχουμε στερηθεί τον έμπειρο κυβερνήτη και τον φανό της ζωής μας, προς τον οποίο κατευθύναμε την πορεία μας έχοντας στραμμένο το βλέμμα μας, και ο οποίος από ψηλά μας φώτιζε σαν πυρσός τον δρόμο της σωτηρίας· εκείνον που έχει πλέον εκδημήσει, παίρνοντας μαζί του κάθε τι καλό και όλη την ποιμαντική ευταξία που επί μακρό χρόνο είχε συγκεντρώσει, πλήρης ημερών και ταυτόχρονα φρονήσεως, και στεφανωμένος, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Σολομώντα, με το γήρας της καυχήσεως. Ή το ποίμνιο, το οποίο βρίσκεται σε αμηχανία και είναι καταβεβλημένο, και βλέπεις από πόση αθυμία και κατήφεια είναι γεμάτο· το οποίο δεν αναπαύεται πλέον σε τόπο χλοερό, ούτε ανατρέφεται δίπλα σε ύδωρ αναπαύσεως· που αναζητά γκρεμούς, και ερημιές, και βάραθρα, στα οποία θα διασκορπιστεί και θα καταστραφεί· το οποίο αμφιβάλλει αν θα αποκτήσει ποτέ άλλον συνετό ποιμένα, και ενώ είναι απολύτως πεπεισμένο ότι δεν θα βρει άλλον σαν κι εκείνον, θα ήταν ευχαριστημένο αν αποκτούσε κάποιον που να μην είναι πάρα πολύ χειρότερος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες