Καρδία εὐφραινομένη εὐεκτεῖν ποιεῖ. [Cod. f. 76 b.] Πολλὴν ὑπὲρ τούτου ποιεῖται σπουδήν· καὶ γὰρ τοῦτο κακία, ἡ βαρυθυμία. Λαμβάνοντος δῶρα ἐν κόλπῳ ἀδίκως οὐ κατευοδοῦνται ὁδοί. Ἐν καρδίᾳ νοήματα λαμβάνοντος ἄδικα, οὐ κατευοδοῦνται αἱ ὁδοί. Τὰ γὰρ ἐμπαθῆ καὶ αἴσχιστα νοήματα τὰ παρὰ τῶν δαιμόνων ἡμῖν προσφερόμενα, δῶρα ἐκάλεσε. Πρόσωπον συνετὸν ἀνδρὸς σοφοῦ· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ τοῦ ἄφρονος ἐπ᾽ ἄκρα τῆς γῆς. Ὁρᾷς πῶς ἐκεῖνο δείκνυσι ἐν θυμῷ φυλαττόμενον, τοῦτο δὲ ἐπτοημένον καὶ κεχηνὸς, πάντα περιβλεπόμενον; Ἢ ὅτι ὁ μὲν ὁρᾷ μετὰ συνέσεως, ὁ δὲ μὴ ἀρκούμενος τοῖς ἐν ποσὶ, πανταχοῦ τὴν διάνοιαν ῥέπει ῥεμβόμενος. Οὐ διὰ τοῦτο ἔχομεν ὀφθαλμοὺς, ἵνα πᾶσιν αὐτοὺς τοῖς πονηροῖς σώμασιν δεικνύωμεν, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτοὺς χαλινώσωμεν, ἵνα αὐτοῖς ὅρον θῶμεν καὶ μέτρον· ἐπ᾽ ἄκρα δὲ γῆς, ἀντὶ τοῦ, ἐν ἄκρᾳ κακίᾳ.
Μετάφραση
Η ευφραινόμενη καρδιά χαρίζει ευεξία. [Cod. f. 76 b.] Επιδεικνύει μεγάλη μέριμνα γι' αυτό· διότι και τούτο αποτελεί κακία, δηλαδή η βαρυθυμία. Οι οδοί εκείνου που λαμβάνει άδικα δώρα στον κόρφο του δεν κατευοδώνονται. Οι οδοί εκείνου που δέχεται στην καρδιά του άδικα νοήματα, δεν κατευοδώνονται. Διότι «δώρα» ονόμασε τους εμπαθείς και αισχρότατους λογισμούς που μας προσφέρονται από τους δαίμονες. Το πρόσωπο του σοφού άνδρα είναι συνετό· ενώ οι οφθαλμοί του άφρονος στρέφονται στα πέρατα της γης. Βλέπεις πώς το πρώτο το παρουσιάζει να διαφυλάσσεται με ψυχικό σθένος, ενώ το δεύτερο να είναι ταραγμένο και να χάσκει, περιεργαζόμενο τα πάντα; Ή σημαίνει ότι ο μεν βλέπει με σύνεση, ενώ ο άλλος, μη αρκούμενος σε όσα βρίσκονται μπροστά στα πόδια του, ρέπει παντού με τη διάνοιά του, περιπλανώμενος. Δεν έχουμε τους οφθαλμούς γι' αυτόν τον λόγο, για να τους εκθέτουμε σε όλα τα πονηρά σώματα, αλλά για να τους χαλιναγωγούμε, για να τους θέτουμε όριο και μέτρο· η δε φράση «στα πέρατα της γης», τίθεται αντί της φράσης «στην έσχατη κακία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες