Ὃς φείδεται ῥῆμα προέσθαι σκληρὸν, ἐπιγνώμων. [Ibid.] Ῥῆμα σκληρὸν ὠνόμασε τὸν λογισμὸν τὸν κινοῦντα τὸν θυμὸν, ἢ λόγον τὸν εἰς τοῦτο κινητικόν. Ἀνοήτῳ ἐπερωτήσαντι σοφίαν, σοφία λογισθήσεται. Ὅταν ἀμαθὴς καὶ ἄπειρος, περὶ σοφῶν λόγων ἐρωτᾷ ἢ πραγμάτων, νομίζεται σοφὸς, κἂν ἀνόητός τις ἐξ ἀμαθίας γένηται· οὐκ ἀρκεῖ τοῦτο εἰς σοφίαν αὐτῷ λογισθῆναι.
Μετάφραση
Εκείνος που αποφεύγει να εκστομίσει σκληρό λόγο είναι συνετός. [Ό.π.] Ονόμασε «σκληρό λόγο» τον λογισμό που διεγείρει τον θυμό, ή τον λόγο που ωθεί σε αυτό. Στον ανόητο που ρωτά για τη σοφία, αυτό θα καταλογιστεί ως σοφία. Όταν κάποιος αμαθής και άπειρος ρωτά για σοφούς λόγους ή πράγματα, θεωρείται σοφός, έστω κι αν κάποιος έχει καταστεί ανόητος από την αμάθειά του· τούτο όμως δεν αρκεί για να του λογαριαστεί ως σοφία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες