Ἀδελφὲ Παῦλε, ἔστι παροιμία λέγουσα· Εἶδες νεώτερον τρέχοντα, μάθε ὅτι γέρων αὐτὸν ἐδελέασε. Παρ’ ἡμῖν οὖν ὁ δελεάζων ἡμᾶς ὁ γέρων, ὁ Σατανᾶς ἐστι. Καὶ φθονῶν θέλει ἡμᾶς βαλεῖν εἰς κακὰς ἡμέρας προφάσει δικαιώματος. Καὶ οὐκ οἴδαμεν ὅτι πολλοὶ θέλοντες ἀνασπᾶσαί τινας ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ συγκατεποντίσθησαν αὐτοῖς. Βλέπε ἀπὸ πότε σε θέλει παγιδεῦσαι. Καὶ ὅταν ἐρωτᾷς καὶ λαμβάνῃς ἀπόκρισιν, στρέφει τὸ μάγγανον εἰς ἄλλον τρόπον κακώτερον. Ὑπὲρ τὴν δύναμίν σου οὐκ ἀπαιτεῖ σε ὁ Θεὸς ἀγαθοποιῆσαι τῷ πλησίον. Οὕτω γὰρ καὶ λέγει· «Μὴ παύσῃ ἀγαθοποιεῖν τῷ πλησίον, καθ’ ὃ ἂν εὑρίσκῃ ἡ χείρ σου.» Ἦλθεν ὁ τυφλός, ἠρρώστησας καὶ σὺ μεγάλως. Τίς ὑπηρετεῖ καὶ σὲ κἀκεῖνον; Κἄν τις ὑπηρετῇ σε χαίρων, ἀλλ’ ὁ φέρων σοι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀεὶ λέγει σοι· Ἰδὲ ἤνεγκες τῷ κοινοβίῳ βάρος. Καὶ ἔστιν ὁ ἄνθρωπος ὡς οἶδας δυσβάστακτος ὡς ἡ Γραφὴ ἔφη· «Ἄνδρα ἢ καὶ γέροντα μικρόψυχον τίς ὑποίσει;» Εἰ δὲ χρεία γεύσασθαι ὀλίγων ἡμερῶν κακῶν, ποίησον ὃ θέλεις, εἰ μὴ ἠρωτήθην, οὐκ εἶχον λαλῆσαι. Ἃ δὲ πάλιν ἐλάλησα, διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ ἐλάλησα, ἵνα μὴ πλανηθῇ ὁ ἀδελφός μου. Εἰ δὲ συμπάσχεις αὐτῷ διὰ τὸν Θεὸν καὶ πιστεύεις ὅτι δυνατός ἐστιν ὁ Θεὸς βοηθῆσαι αὐτῷ, δεήθητι αὐτοῦ καὶ ὡς θέλει ποιεῖ μετ’ αὐτοῦ. Οὐκ ἔδησά σε, ἀδελφέ, οὐδὲ ἐντολήν σοι δέδωκα ἀλλὰ γνώμην.
Μετάφραση
Αδελφέ Παύλε, υπάρχει μια παροιμία που λέει: Είδες νέο να τρέχει, μάθε ότι κάποιος γέροντας τον δελέασε. Σε εμάς, λοιπόν, ο γέροντας που μας δελεάζει είναι ο Σατανάς. Και επειδή φθονεί, θέλει να μας ρίξει σε κακές ημέρες με το πρόσχημα της δικαιοσύνης. Και αγνοούμε ότι πολλοί, θέλοντας να ανασύρουν κάποιους από τον ποταμό, καταποντίστηκαν μαζί τους. Δες από πότε θέλει να σε παγιδεύσει. Και όταν ρωτάς και λαμβάνεις απάντηση, στρέφει τη μηχανή του σε άλλον, χειρότερο τρόπο. Πάνω από τη δύναμή σου δεν απαιτεί από εσένα ο Θεός να ευεργετείς τον πλησίον. Διότι έτσι λέει: «Μην παύσεις να ευεργετείς τον πλησίον, ανάλογα με το τι βρίσκει το χέρι σου». Ήρθε ο τυφλός, αρρώστησες και εσύ βαριά. Ποιος υπηρετεί και εσένα και εκείνον; Και αν κάποιος σε υπηρετεί με χαρά, εντούτοις εκείνος που σου φέρνει αυτές τις δικαιολογίες πάντοτε σου λέει: Δες, έφερες βάρος στο κοινόβιο. Και ο άνθρωπος είναι, όπως γνωρίζεις, δυσβάστακτος, όπως είπε η Γραφή: «Άνδρα ή και γέροντα μικρόψυχο, ποιος θα τον αντέξει;» Αν όμως υπάρχει ανάγκη να γευτείς λίγες κακές ημέρες, κάνε ό,τι θέλεις· αν δεν είχα ερωτηθεί, δεν θα μιλούσα. Όσα πάλι είπα, τα είπα για την αγάπη του Χριστού, για να μην πλανηθεί ο αδελφός μου. Αν όμως συμπάσχεις μαζί του για χάρη του Θεού και πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ικανός να τον βοηθήσει, δεήσου σε Αυτόν και Εκείνος θα κάνει ό,τι θέλει σε αυτόν. Δεν σε δέσμευσα, αδελφέ, ούτε εντολή σου έδωσα, αλλά γνώμη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες