Πολλά τε ἕτερα ἐποίει, ἃ καὶ λόγου φράσιν ὑπεραίρει καὶ ἀκούσας τις ἄπιστα νομίσειε. ταῦτα δὲ διὰ τοῦθ᾽ οὕτως ἔπραττεν, ἐπεὶ μήτε ἐκκλησιαστικῷ κανόνι τὴν κατάστασιν εἶχε μήτε ἀποστολικῇ παραδόσει κληθεὶς ἦν ἐπίσκοπος· ἀλλ᾽ ἐκ παλατίου μετὰ στρατιωτικῆς ἐξουσίας καὶ φαντασίας ἀπέσταλτο ὥσπερ ἀρχὴν κοσμικὴν ἐγκεχειρισμένος. διὰ τοῦτο καὶ ἀρχόντων μᾶλλον ηὔχετο φίλος εἶναι ἢ ἐπισκόπων καὶ μοναζόντων. εἴ ποτε οὖν καὶ ὁ πατὴρ Ἀντώνιος ἐκ τοῦ ὄρους ἔγραφεν, ὥσπερ βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια οὕτως ἐβδελύσσετο τὰ τοῦ ἁγίου γράμματα. εἴ ποτε δὲ βασιλεὺς ἢ στρατηλάτης ἢ ἄλλος δικαστὴς ἐπέστελλεν, οὕτω περιχαρὴς ἐγίγνετο ὡς οἱ ἐν ταῖς Παροιμίαις, καθὼς σχετλιάζων ἔλεγεν ὁ λόγος· «ὦ οἱ ἐγκαταλείποντες ὁδοὺς εὐθείας, οἱ εὐφραινόμενοι ἐπὶ κακοῖς καὶ χαίροντες ἐπὶ διαστροφῇ κακῶν». ἀμέλει τοὺς μὲν ταῦτα κομίζοντας ἐτίμα χρήμασιν, Ἀντωνίου δέ ποτε γράψαντος πεποίηκε τὸν δοῦκα Βαλάκιον καταπτῦσαι τῆς ἐπιστολῆς καὶ ταύτην ἀπορρίψαι. ἀλλ᾽ οὐ παρεῖδεν ἡ θεία δίκη, μετ᾽ οὐ πολὺ γὰρ τὸν λεγόμενον δοῦκα ἐπικαθήμενον ἵππῳ καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὴν πρώτην μονὴν ἐπιστραφεὶς ὁ ἵππος καὶ δακὼν εἰς τὸν μηρὸν κατέβαλε καὶ τριῶν ἡμερῶν ἀπέθανεν.
Μετάφραση
Έκανε και πολλά άλλα, τα οποία ξεπερνούν κάθε περιγραφή και τα οποία, αν κάποιος τα άκουγε, θα τα θεωρούσε απίστευτα. Και τα έπραττε αυτά κατ' αυτόν τον τρόπο, επειδή ούτε σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες είχε λάβει τη θέση του ούτε σύμφωνα με την αποστολική παράδοση είχε κληθεί ως επίσκοπος, αλλά είχε αποσταλεί από το παλάτι με στρατιωτική εξουσία και επίδειξη, σαν να του είχε ανατεθεί κάποιο κοσμικό αξίωμα. Για τον λόγο αυτόν επιθυμούσε μάλλον να είναι φίλος αρχόντων παρά επισκόπων και μοναχών. Αν λοιπόν κάποτε του έγραφε από το όρος ο πατήρ Αντώνιος, όπως ακριβώς η ευσέβεια είναι βδέλυγμα για τον αμαρτωλό, έτσι και εκείνος αποστρεφόταν τα γράμματα του αγίου. Αντιθέτως, αν κάποτε του έστελνε επιστολή ο βασιλιάς ή κάποιος στρατηγός ή άλλος δικαστής, γινόταν τόσο περιχαρής, σαν αυτούς που αναφέρονται στις Παροιμίες, όπως με αγανάκτηση έλεγε ο λόγος της Γραφής: «ω, εσείς που εγκαταλείπετε τις ευθείες οδούς, που ευφραίνεστε με τα κακά και χαίρεστε με τη διαστροφή των κακών». Βεβαίως, εκείνους που του έφερναν αυτές τις επιστολές τους τιμούσε προσφέροντάς τους χρήματα, ενώ όταν κάποτε του έγραψε ο Αντώνιος, προέτρεψε τον δούκα Βαλάκιο να φτύσει την επιστολή και να την πετάξει. Όμως η θεία δίκη δεν το παρέβλεψε αυτό, διότι μετά από λίγο καιρό, ενώ ο εν λόγω δούκας επέβαινε στο άλογό του και κατευθυνόταν προς την πρώτη μονή (σταθμό), το άλογο στράφηκε προς τα πίσω, τον δάγκωσε στον μηρό, τον έριξε κάτω, και μετά από τρεις ημέρες εκείνος πέθανε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες