Ἔφη γάρ· «Ὦ οἱ ἐγκαταλιπόντες ὁδοὺς εὐθείας τοῦ πορεύεσθαι ἐν ὁδοῖς σκότους, οἱ εὐφραινόμενοι ἐπὶ κακοῖς καὶ χαίροντες ἐπὶ διαστροφῇ κακῇ, ὧν αἱ τρίβοι σκολιαὶ καὶ καμπύλαι αἱ τροχιαὶ αὐτῶν.» Α. Εὖ λέγεις. Πρέποι δ᾽ ἂν καὶ μάλα κατοιμώζειν αὐτοὺς ὁμοῦ τῷ προφήτῃ λέγοντας Ἱερεμίᾳ· «Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς μου πηγὴν δακρύων καὶ κλαύσομαι τὸν λαὸν τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός;» Ὁ γάρ, παρὸν ἑλέσθαι τῆς ἀληθείας τὴν γνῶσιν, ἀσυνέτως ἐκνενευκὼς εἰς ἀπάτην καὶ παραφθορὰν καὶ εἰς βεβήλους ψευδοδοξίας, πῶς οὐκ ἂν εἴη λοιπὸν καταθρηνεῖσθαι πρέπων; «Καὶ ἐξ ἡμῶν μὲν ἐξῆλθον,» ὥς γέ τις τῶν ἁγίων τοῦ Σωτῆρος ἐπέστειλε μαθητῶν, «πλὴν οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ᾽ ἡμῶν.» Κατὰ τί δὲ ἄρα καὶ ἐπιτιμᾶν ἐγνώκασι τῇ οὕτως ὀρθῇ καὶ ἀκριβεστάτῃ καὶ οὐδαμόθεν ἐχούσῃ τὸ εὐθύνεσθαι πίστει, ἤγουν τῇ τῆς πίστεως ὁμολογίᾳ; Β. Ναί, φασίν. Ἐπιτιμήσομεν γὰρ εἰκότως τῇ τοῦ ὁμοουσίου λέξει, καινοφωνουμένην τε καὶ ἄγραφον εἶναι διαβεβαιούμενοι, τουτέστι ταῖς θεοπνεύστοις οὐκ ἐγκειμένην Γραφαῖς. Α. Ἀνοητότατά γε ταυτὶ φαῖεν ἄν, ὦ ἑταῖρε. Λυπεῖ γὰρ ἡ λέξις τὸ σύμπαν οὐδὲν ἔνθαπερ ἂν ὅλως ἀληθὲς ὑπάρχῃ τὸ ἐξ αὐτῆς δηλούμενον. Ἦ γὰρ οὐχὶ δοίης ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς ἀληθὲς ὅ φημι; Β. Καὶ μάλα. Α.
Μετάφραση
Διότι είπε: «Ω εσείς που εγκαταλείψατε τις ευθείες οδούς για να πορευθείτε σε σκοτεινές οδούς, εσείς που ευφραίνεστε με τα κακά και χαίρεστε με την κακή διαστροφή, των οποίων τα μονοπάτια είναι σκολιά και οι δρόμοι τους καμπύλοι». Α. Σωστά τα λες. Και θα ταίριαζε πάρα πολύ να τους θρηνούμε με οδυρμούς λέγοντας μαζί με τον προφήτη Ιερεμία: «Ποιος θα δώσει νερό στο κεφάλι μου και πηγή δακρύων στα μάτια μου, για να κλαίω αυτόν τον λαό ημέρα και νύχτα;» Διότι εκείνος που, ενώ μπορούσε να επιλέξει τη γνώση της αλήθειας, εξέκλινε ασύνετα προς την απάτη και την παραφθορά και προς βέβηλες ψευδοδοξίες, πώς λοιπόν να μην είναι άξιος θρήνου; «Και βγήκαν μεν από εμάς», όπως ακριβώς έγραψε κάποιος από τους άγιους μαθητές του Σωτήρος, «αλλά δεν ήταν από εμάς· διότι, αν ήταν από εμάς, θα είχαν παραμείνει μαζί μας». Με ποια δικαιολογία άραγε αποφάσισαν να επικρίνουν την τόσο ορθή και ακριβέστατη πίστη, η οποία δεν επιδέχεται καμία απολύτως μομφή, δηλαδή την ομολογία της πίστεως; Β. Ναι, λένε. Διότι δικαιολογημένα θα επικρίνουμε τη λέξη «ομοούσιος», διαβεβαιώνοντας ότι αποτελεί καινοφανή έκφραση και ότι είναι άγραφη, δηλαδή ότι δεν περιλαμβάνεται στις θεόπνευστες Γραφές. Α. Αυτά που θα έλεγαν είναι εντελώς ανόητα, φίλε μου. Διότι η λέξη δεν ενοχλεί καθόλου, εφόσον αυτό που δηλώνεται μέσω αυτής είναι απολύτως αληθινό. Ή μήπως δεν θα παραδεχόσουν και εσύ ότι είναι αληθές αυτό που λέω; Β. Και βέβαια. Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες