Ὁ δὲ ἐν κακῶν ἁμίλλαις νικῶν, οὗτος ἀθλιώτερός ἐστιν. «Ἀνὴρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων·» καὶ, «Ἀνδρὶ θυμώδει μὴ συναυλίζου.» «Μηδὲ συνδείπνει ἀνδρὶ βασκάνῳ.» Ἕτερον πάθος ἐμπολιτευόμενον τῷ βίῳ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἀεὶ προσπεφυκὸς ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ μᾶλλον δαπανῶν τὴν καρδίαν ἢ ὁ ἰὸς τὸν σίδηρον, ἡ βασκανία ἐστὶν, ἐν ᾗ πολλὰ μέν ἐστι κακὰ, ἓν δὲ χρήσιμον, ὅτι κακόν ἐστιν αὐτῷ τῷ κεκτημένῳ. Ὁ γὰρ βάσκανος αὐτὸν μὲν τὸν βασκαινόμενον ὀλίγα βλάπτει, ἑαυτὸν δὲ δαπανᾷ τῇ λύπῃ καὶ τῷ στεναγμῷ ἐπὶ τῇ εὐημερίᾳ τοῦ πλησίον· καὶ τὴν μὲν χώραν τοῦ γείτονος οὐκ ἠλάττωσεν, ἑαυτὸν δὲ κατεδαπάνησε τῇ βασκανίᾳ. «Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια. Εἰς δὲ κτῆμα ὀρφανῶν μὴ εἰσέλθῃς.» Μὴ εἰσέλθῃς εἰς τὸ τῶν ὀρφανῶν κτῆμα, ἵνα εἰσέλθῃς εἰς τὸ σὸν κτῆμα. Σὸν δέ ἐστι κτῆμα ἡ ἡτοιμασμένη βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Μετάφραση
Εκείνος όμως που υπερισχύει σε ανταγωνισμούς κακίας, αυτός είναι πιο άθλιος. «Ο οργίλος άνδρας δεν είναι ευπρεπής·» και, «Μη συναναστρέφεσαι με οργίλο άνδρα.» «Ούτε να συνδειπνείς με βάσκανο άνδρα.» Ένα άλλο πάθος που κυριαρχεί στη ζωή των ανθρώπων, το οποίο είναι πάντοτε ριζωμένο στις ψυχές μας, και το οποίο φθείρει την καρδιά περισσότερο από ό,τι η σκουριά το σίδερο, είναι η βασκανία, στην οποία υπάρχουν μεν πολλά κακά, αλλά ένα είναι το χρήσιμο: ότι αποβαίνει κακό στον ίδιο που την κατέχει. Διότι ο βάσκανος βλάπτει μεν ελάχιστα εκείνον που υφίσταται τη βασκανία, ενώ φθείρει τον εαυτό του με τη λύπη και τον στεναγμό για την ευημερία του πλησίον· και το μεν χωράφι του γείτονα δεν το ελάττωσε, τον εαυτό του όμως τον κατανάλωσε με τη βασκανία. «Μη μετακινείς τα αιώνια όρια. Και σε κτήμα ορφανών μην εισέλθεις.» Μην εισέλθεις στο κτήμα των ορφανών, για να εισέλθεις στο δικό σου κτήμα. Και δικό σου κτήμα είναι η ετοιμασμένη βασιλεία των ουρανών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες