Ταύτης τε ἕνεκα τῆς αἰτίας, ἐπετώθαζον τῇ Σιὼν ἤτοι τῇ Ἱερουσαλὴμ τὰ Μωαβιτῶν ἔθνη, καὶ πέτραν αὐτὴν ἠρημωμένην ὠνόμαζον, οὐκ αὐτῆς που τάχα καταμειδιῶντες οἱ τάλανες, ἀλλὰ τοῦ ἐπὶ πάντας Θεοῦ· καὶ γοῦν καὶ ἔφασκον τὴν σώζουσαν αὐτοὺς ἀτονῆσαι χεῖρα, ταύτης τε ἕνεκα τῆς αἰτίας ὑπὸ πόδας ἐλθεῖν τῶν ἐχθρῶν. Ὦ τοίνυν θυγάτηρ Μωὰβ, φησὶν, ἐνήθει δὲ πάντως ὁ λόγος, μὴ πέτρα ἔρημός ἐστι τὸ ὄρος Σιών; Ἆρα μόνη, φησὶ, κέκμηκεν ἡ Σιών; ἆρα μόνη πέπτωκεν ὑπὸ πόδας ἐχθρῶν; καὶ τὴν τῶν ἐνοικούντων αὐτὴν νενόσηκεν ἐρημίαν; ἢ τοῖς ἔτι χείροσιν αὐτῆς περιπέπτωκας; Ληφθήσῃ γὰρ παρ᾽ ἐχθρῶν, καὶ οἷον ἐκ καλιᾶς νεοσσὸς ἀφῃρημένος, εἰς ἑτέραν οἰχήσῃ χώραν, καὶ δουλεύσεις ἐχθροῖς, ἔσῃ τε παρ᾽ αὐτοῖς αἰχμάλωτος οἰκτρὰ, καὶ κατεῤῥιμμένη, καὶ ὑπὸ ζυγὰ δουλείας. Χρήσιμον οὖν ἄρα καὶ ἀναγκαῖον παράγγελμα τό· «Ἂν πέσῃ ὁ ἐχθρός σου, μὴ ἐπιχάρῃς αὐτῷ, ὅτι ὄψεται Κύριος, καὶ οὐκ ἀρέσει αὐτῷ· καὶ ἀποστρέψει τὸν θυμὸν αὐτοῦ ἀπ᾽ αὐτοῦ.»
Μετάφραση
Για τον λόγο αυτόν, τα έθνη των Μωαβιτών περιγελούσαν τη Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ, και την ονόμαζαν ερημωμένο βράχο, χωρίς βέβαια να χλευάζουν την ίδια οι άθλιοι, αλλά τον Θεό των πάντων. Και μάλιστα έλεγαν ότι το χέρι που τους έσωζε είχε αδυνατίσει, και για αυτόν τον λόγο έπεσαν κάτω από τα πόδια των εχθρών τους. «Ω λοιπόν, θυγατέρα του Μωάβ», λέει – και ο λόγος ήταν προφανώς ειρωνικός –, «μήπως το όρος Σιών είναι έρημος βράχος; Μήπως», λέει, «μόνο η Σιών καταπονήθηκε; Μήπως μόνο αυτή έπεσε κάτω από τα πόδια των εχθρών και νόσησε από την ερήμωση των κατοίκων της; Ή μήπως εσύ περιέπεσες σε ακόμη χειρότερα από αυτήν; Διότι θα κυριευθείς από τους εχθρούς, και σαν νεοσσός που αρπάζεται από τη φωλιά, θα μεταφερθείς σε άλλη χώρα, και θα δουλεύεις σε εχθρούς, και θα είσαι σε αυτούς οικτρή αιχμάλωτη, καταρρακωμένη, και υπό τον ζυγό της δουλείας». Χρήσιμο λοιπόν και αναγκαίο είναι το παράγγελμα: «Αν πέσει ο εχθρός σου, μην επιχαρείς, διότι θα το δει ο Κύριος και δεν θα του αρέσει, και θα αποστρέψει τον θυμό Του από αυτόν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες