Βλέπεις ὅτι καλὸν τὸ ἐξομολογήσασθαι. Βλέπεις ὅτι τοῖς μετανοοῦσίν ἐστι σωτηρία. Καὶ Σαλομὼν ἐκπέπτωκεν· ἀλλὰ τί φησιν; Ὕστερον ἐγὼ μετενόησα. Καὶ ὁ Ἀχαὰβ ὁ τῆς Σαμαρείας βασιλεὺς, γέγονε παρανομώτατος εἰδωλολάτρης, ἐξαίσιος, ὁ προφητοκτόνος, ὁ ἀλλότριος τῆς εὐσεβείας, ἀγρῶν ἐπιθυμητὴς καὶ ἀμπελώνων ἀλλοτρίων· ἀλλ᾽ ὅτε τὸν Ναβουθαὶ διὰ τῆς Ἰεσαβὲλ ἀπέκτεινεν, ἐλθόντος Ἡλίου τοῦ προφήτου καὶ μόνον ἐπαπειλήσαντος, διέῤῥηξε τὰ ἱματία, καὶ περιεβάλλετο σάκκον. Καὶ τί φησιν ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς πρὸς τὸν Ἡλίαν; Ἑώρακας πῶς κατενύγη Ἀχαὰβ ἀπὸ προσώπου μου; μονονουχὶ πείθων τὸ διάπυρον τοῦ προφήτου, συγκαταβῆναι τῷ μετανοοῦντι. Οὐκ ἐπάξω, [γάρ φησι] τὴν κακίαν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ· καὶ ὅμως, μέλλοντος αὐτοῦ μετὰ τὴν συγχώρησιν οὐκ ἀφίστασθαι τῆς πονηρίας, συγχωρεῖ ὁ συγχωρῶν· οὐκ ἀγνοῶν τὸ μέλλον, ἀλλὰ τῷ παρόντι τῆς μετανοίας καιρῷ κατάλληλον τὴν συγχώρησιν δωρούμενος.
Μετάφραση
Βλέπεις ότι είναι καλό το να εξομολογείται κανείς. Βλέπεις ότι υπάρχει σωτηρία για όσους μετανοούν. Και ο Σολομών εξέπεσε, αλλά τι λέει; «Αργότερα εγώ μετανόησα». Και ο Αχαάβ, ο βασιλιάς της Σαμάρειας, έγινε ένας παρανομώτατος ειδωλολάτρης, τρομερός, προφητοκτόνος, αποξενωμένος από την ευσέβεια, εποφθαλμιώντας ξένους αγρούς και αμπελώνες· αλλά όταν σκότωσε τον Ναβουθαί μέσω της Ιεζάβελ, μόλις ήρθε ο προφήτης Ηλίας και μόνο που τον απείλησε, έσχισε τα ιμάτιά του και ντύθηκε με σάκο. Και τι λέει ο φιλάνθρωπος Θεός προς τον Ηλία; «Είδες πώς κατενύγη ο Αχαάβ ενώπιόν μου;», σχεδόν πείθοντας τον φλογερό ζήλο του προφήτη να συγκαταβεί σε αυτόν που μετανοεί. «Δεν θα επιφέρω», λέει, «τη συμφορά στις ημέρες του»· και όμως, παρόλο που αυτός δεν επρόκειτο να απομακρυνθεί από την πονηρία του μετά τη συγχώρηση, Εκείνος που παρέχει τη συγχώρηση, τον συγχωρεί· όχι επειδή αγνοούσε το μέλλον, αλλά δωρίζοντάς του τη συγχώρηση ως ανάλογη προς τον παρόντα χρόνο της μετάνοιάς του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες