Ἐπειδὴ ταῦτα εἶπε καὶ προσηύξατο ῥυσθῆναι τοῦ λέοντος τοῦ Ἀβεσσαλὼμ καὶ εἰσηκούσθη προσευξάμενος, ἐπάγει καὶ εἰς ἀπολογίαν τρέπεται· 〈Κύριε ὁ θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο;〉 Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Ἀβεσσαλὼμ ὡς λέων ἐν τῷ δρυμῷ τὸν πατέρα ἐδίωκεν, ὡς λέων ἀπὸ τῆς κόμης κρατηθεὶς ἐκρέματο, καὶ ἡ κόμη τοῦ δένδρου ἀπὸ τῆς κόμης ἐκράτει τὸν λέοντα, καὶ ὡς ἔριφος ἐν μακέλλῳ ὁ λέων ἐκρέματο, καὶ ὀψωνάτορες ἀνάργυροι κόρακες καὶ ἀετοὶ παρεγένοντο. Καὶ ἄξιον ἐπιτάφιον αὐτῷ Σολομὼν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐπέψαλε λέγων· 〈Ὀφθαλμὸν καταγελῶντα πατρός, ἐκκόψαισαν αὐτὸν κόρακες ἐκ τῶν φαράγγων, καὶ καταφάγοιεν αὐτὸν νεοσσοὶ ἀετῶν.〉 Ἐπεὶ οὖν οἱ νεοσσοὶ τὸν νεοσσὸν τοῦ Δαυὶδ κατεσθίειν ἔσπευδον, προλαβὼν δὲ ὁ στρατηγὸς Ἰωὰβ ὡς ἰξευτὴς καλάμῳ τῷ δόρατι τὸν νέον ἐθήρασε, καὶ πληγεὶς ἐν τῷ ἀέρι ἐπτερύσσετο καὶ τὸν θάνατον φυγεῖν οὐκ ἠδύνατο καὶ σπαίρων τὸν ἀέρα ἐλάκτιζεν, ἐπειδὴ τὸν πατέρα ἐλάκτισεν. Ὡς οὖν πολλοὶ τὸν θάνατον τοῦ Ἀβεσσαλὼμ τῷ Δαυὶδ ἐπέγραφον καὶ αἰτιώμενοι ἔλεγον· Ποῦ ἡ πραότης τοῦ Δαυίδ; Ποῦ ἡ τοῦ προφήτου εὐλάβεια; Ἰδίου τέκνου νεότητα σκιρτῶσαν οὐκ ἤνεγκεν, ἀλλὰ φονευθῆναι αὐτὸν ἀνηλεῶς κεκέλευκεν—ἐπειδὴ τὸ ψεῦδος καὶ ἡ συκοφαντία ἐπλατύνετο, μάρτυρα τῆς ἀθῳότητος ὁ Δαυὶδ τὸν θεὸν ἐκάλεσε.
Μετάφραση
Επειδή αυτά είπε και προσευχήθηκε να γλιτώσει από τον λέοντα Αβεσσαλώμ και εισακούστηκε η προσευχή του, προσθέτει και στρέφεται σε απολογία: «Κύριε, ο Θεός μου, αν εγώ έπραξα τούτο;». Διότι, επειδή ο Αβεσσαλώμ σαν λέοντας καταδίωκε τον πατέρα του μέσα στο δάσος, κρεμάστηκε σαν λέοντας πιασμένος από τα μαλλιά του, και το φύλλωμα του δέντρου κρατούσε τον λέοντα από την κόμη του, και ο λέοντας κρεμόταν σαν ερίφιο σε σφαγείο, και μαζεύτηκαν κόρακες και αετοί σαν αγοραστές που δεν δίνουν χρήματα. Και αντάξιο επιτάφιο ύμνο του έψαλε ο αδελφός του, ο Σολομών, λέγοντας: «Οφθαλμό που περιγελά πατέρα, ας τον εξορύξουν κόρακες από τις φάραγγες, και ας τον καταβροχθίσουν οι νεοσσοί των αετών». Επειδή λοιπόν οι νεοσσοί έσπευδαν να καταβροχθίσουν τον νεοσσό του Δαβίδ, τους πρόλαβε ο στρατηγός Ιωάβ και, σαν κυνηγός πουλιών, θήρευσε τον νέο με το δόρυ του σαν να ήταν καλάμι, και εκείνος, χτυπημένος, χτυπιόταν στον αέρα σαν να φτερούγιζε, και δεν μπορούσε να αποφύγει τον θάνατο, και σπαρταρώντας κλωτσούσε τον αέρα, επειδή ακριβώς είχε κλωτσήσει τον πατέρα του. Επειδή, λοιπόν, πολλοί απέδιδαν τον θάνατο του Αβεσσαλώμ στον Δαβίδ και, κατηγορώντας τον, έλεγαν: «Πού είναι η πραότητα του Δαβίδ; Πού είναι η ευλάβεια του προφήτη; Τη νεανική ορμή του ίδιου του παιδιού του δεν την υπέμεινε, αλλά έδωσε εντολή να φονευθεί ανηλεώς» - για τον λόγο αυτό, καθώς το ψεύδος και η συκοφαντία εξαπλώνονταν, ο Δαβίδ επικαλέστηκε τον Θεό ως μάρτυρα της αθωότητάς του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες