Καὶ γοῦν ὁ σοφώτατος Σολομὼν, «Βραδέως εἴσαγε, φησὶ, σὸν πόδα πρὸς τὸν φίλον, ἵνα μὴ πλησθείς σου μισήσῃ σε.» Ἔφη τοίνυν Ἰουδαίοις ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, Κατακεκόρεσμαι τῆς ἑώλου σκιᾶς, ἡγοῦμαι δὲ ἤδη φορτικοὺς, κἂν εἰσέρχησθε ὀφθῆναί μοι. Παραιτοῦμαι δὲ καὶ μόνην ὑμῶν τὴν θέαν· οὐκ ἔτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν. Πάλαι μὲν γὰρ οἱ ἐξ Ἰσραὴλ ἀνοσίως ἀπονενευκότες ἐπὶ τὸ ἑλέσθαι δεῖν τὸν τῶν ὅλων Θεὸν παροτρύνειν ἐφ᾽ ἑαυτοὺς, διὰ τοῦ λατρεύειν τῇ κτίσει, προσκυνεῖν δὲ καὶ αὐτοῖς τοῖς ἔργοις τῶν ἰδίων χειρῶν, δέδονται τοῖς Βαβυλωνίοις καὶ ἀπεκομίσθησαν τῆς Ἰουδαίας αἰχμάλωτοι, καὶ κατῳκήκασιν ἐν τοῖς ὄρεσιν Περσῶν καὶ Μήδων, πικρὰν καὶ δύσοιστον ἀνατλάντες δουλείαν. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοῖς ἑβδομηκοστὸν ἔτος τετέλεσται, κατηλέει πάλιν ὁ φιλοικτείρμων Θεός. Καὶ γοῦν ὡς ἐν τῷ Ζαχαρίᾳ γέγραπται, τὰς ὑπὲρ αὐτῶν ἐποιεῖτο λιτὰς ὁ μακάριος ἄγγελος, λέγων· «Κύριε παντοκράτωρ, ἕως τίνος οὐ μὴ ἐλεήσεις τὴν Ἱερουσαλὴμ, καὶ τὰς πόλεις Ἰούδα, ἃς ὑπέριδες; τοῦτο ἑβδομηκοστὸν ἔτος·» καὶ πρός γε ταῦτα Θεός «Ἐζήλωσα τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν Σιὼν ζῆλον μέγαν, καὶ θυμῷ μεγάλῳ ἐγὼ ὀργίζομαι ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ συνεπιτιθέμενα, ἀνθ᾽ ὧν ἐγὼ μὲν ὀργίσθην ὀλίγα, αὐτοὶ δὲ συνεπέθεντο εἰς κακά» Οὐκοῦν ἀνῄρηκε μὲν τότε τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, λελύτρωται γὰρ, καὶ ἀνεκομίσθη πάλιν εἰς τὴν ἑαυτῶν.
Μετάφραση
Και βεβαίως ο σοφότατος Σολομών λέει: «Αραιά να βάζεις το πόδι σου στο σπίτι του φίλου σου, για να μη σε βαρεθεί και σε μισήσει.» Είπε λοιπόν στους Ιουδαίους ο Θεός των όλων: Έχω χορτάσει από την παρωχημένη σκιά, και ήδη σας θεωρώ φορτικούς, ακόμη και αν εισέρχεστε για να εμφανιστείτε σε εμένα. Απορρίπτω δε ακόμη και την ίδια τη θέα σας· δεν θα συγχωρήσω πλέον τις αμαρτίες σας. Παλαιότερα βέβαια, οι Ισραηλίτες, έχοντας ανόσια εκτραπεί στο να επιλέξουν να παροργίσουν εναντίον τους τον Θεό των όλων, με το να λατρεύουν την κτίση και να προσκυνούν ακόμη και τα ίδια τα έργα των δικών τους χεριών, παραδόθηκαν στους Βαβυλωνίους και απομακρύνθηκαν από την Ιουδαία ως αιχμάλωτοι, και κατοίκησαν στα όρη των Περσών και των Μήδων, υπομένοντας πικρή και δυσβάσταχτη δουλεία. Επειδή όμως συμπληρώθηκε για αυτούς το εβδομηκοστό έτος, τους σπλαχνίστηκε πάλι ο φιλοικτίρμων Θεός. Και μάλιστα, όπως έχει γραφτεί στον Ζαχαρία, ο μακάριος άγγελος έκανε δεήσεις υπέρ αυτών, λέγοντας: «Κύριε παντοκράτορα, έως πότε δεν θα ελεήσεις την Ιερουσαλήμ και τις πόλεις του Ιούδα, τις οποίες παραβλέπεις; Αυτό είναι το εβδομηκοστό έτος·» και ως προς αυτά ο Θεός απάντησε: «Αγάπησα με ζήλο μεγάλο την Ιερουσαλήμ και τη Σιών, και με μεγάλο θυμό οργίζομαι εναντίον των εθνών που της επιτίθενται, διότι εγώ μεν οργίστηκα λίγο, αλλά αυτοί συνέπραξαν στο κακό.» Επομένως, συγχώρησε μεν τότε τις αμαρτίες τους, διότι λυτρώθηκε ο λαός, και επέστρεψε πάλι στην πατρίδα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες