Οὐδαμῶς· οὐ γὰρ σὺ τοῦτο ποιεῖς, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ὁ θηριώδης. Εἰ γὰρ εὐεργετοῦντός σου καὶ τιμῶντος καὶ καταλλάττοντος, μένει φυλάττων ἐκεῖνος τὴν ἀπέχθειαν, ἑαυτῷ τὸ πῦρ ἀνῆψεν, αὐτὸς ἔφλεξεν αὑτοῦ τὴν κεφαλήν· σὺ δὲ ἀναίτιος εἶ. Μὴ γίνου τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπότερος, ἐπεὶ μυρία πείσῃ δεινά· μᾶλλον δὲ, οὐδ᾽ ἂν θέλῃς δυνήσῃ, οὐδὲ κατὰ μικρόν. Πῶς γάρ; Ὅσον ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, φησὶ, τοσοῦτον ἀπέχουσιν αἱ βουλαί μου ἀπὸ τῶν βουλῶν ὑμῶν· καὶ πάλιν· Εἰ ὑμεῖς, φησὶ, πονηροὶ ὄντες οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος δώσει ὑμῖν; Ἀλλὰ σκῆψις ταῦτα καὶ πρόφασις. Μὴ δὴ σοφιζώμεθα τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πῶς σοφιζόμεθα, φησίν; Εἶπε· Τοῦτο ποιῶν, ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ· σὺ δὲ λέγεις· Φοβοῦμαι τὸν ἐχθρὸν, ὅτι μεγάλα με ἠδίκησεν. Οὐ ταῦτα λέγεις; Πῶς δὲ ὅλως ἔσχες ἐχθρόν; Ἀδικήσαντα φοβῇ, σαυτὸν δὲ οὐ φοβῇ; Εἴθε σαυτοῦ ἐφρόντιζες. Μὴ ποίει σκοπῷ τοιούτῳ· μᾶλλον δὲ κἂν τοιούτῳ ποίησον σκοπῷ. Ἀλλ᾽ οὐ ποιεῖς. Οὐ λέγω σοι, ὅτι ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι πλέον λέγω· μόνον ποίησον. Ταῦτα γὰρ πάντα, ἵνα σε ἐκκαλέσηται, φησὶν ὁ Παῦλος, ἐλπίδι τῆς τιμωρίας λῦσαι τὴν ἔχθραν.
Μετάφραση
Σε καμία περίπτωση· διότι δεν το κάνεις εσύ αυτό, αλλά εκείνος ο θηριώδης. Διότι, εάν ενώ εσύ τον ευεργετείς, τον τιμάς και επιδιώκεις τη συνδιαλλαγή, εκείνος παραμένει διατηρώντας την έχθρα, ο ίδιος άναψε τη φωτιά στον εαυτό του, ο ίδιος έκαψε το κεφάλι του· εσύ όμως είσαι αναίτιος. Μη γίνεσαι πιο φιλάνθρωπος από τον Θεό, επειδή θα υποστείς μύρια δεινά· ή μάλλον, ούτε κι αν το θελήσεις θα μπορέσεις, ούτε στο ελάχιστο. Πώς άλλωστε; Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, λέει, τόσο απέχουν οι βουλές μου από τις δικές σας βουλές· και πάλι: Αν εσείς, λέει, που είστε πονηροί γνωρίζετε να δίνετε αγαθά δώρα στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα δώσει σε εσάς; Αλλά αυτά είναι δικαιολογίες και προφάσεις. Ας μην προσπαθούμε λοιπόν να διαστρέφουμε με σοφίσματα τα προστάγματα του Θεού. Και πώς τα διαστρέφουμε με σοφίσματα, λέει; Είπε η Γραφή: Κάνοντας αυτό, θα σωρεύσεις αναμμένα κάρβουνα στο κεφάλι του· εσύ όμως λες: Φοβάμαι τον εχθρό, επειδή με αδίκησε πολύ. Δεν λες αυτά; Αλλά πώς εξάλλου έφτασες να αποκτήσεις εχθρό; Αυτόν που σε αδίκησε φοβάσαι, και δεν φοβάσαι τον εαυτό σου; Μακάρι να φρόντιζες τον εαυτό σου. Μην το πράττεις με τέτοιο σκοπό· ή μάλλον, πράξε το έστω και με τέτοιο σκοπό. Αλλά δεν το πράττεις. Δεν σου λέω μόνο ότι θα σωρεύσεις αναμμένα κάρβουνα, αλλά σου λέω και κάτι επιπλέον· αρκεί μόνο να το πράξεις. Διότι όλα αυτά, λέει ο Παύλος, ελέχθησαν για να σε προτρέψει, ώστε με την ελπίδα της τιμωρίας να διαλύσεις την έχθρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες