Ἕως πότε, υἱοὶ ἀνθρώπων, φαίνεσθε μὴ φρονοῦντες τὰ τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων; 〈Υἱοὶ ἀνθρώπων ἕως πότε〉 λοιπὸν υἱοὶ θεοῦ οὐ γίνεσθε; Γνῶτε τίνος κατ᾽ εἰκόνα γεγόνατε καὶ τὴν κάτω εἰκόνα ὡς παροδικὴν καὶ διαβαίνουσαν ἀφέντες—〈Μέντοι γε ἐν εἰκόνι διαπορεύεται πᾶς ἄνθρωπος〉—τῷ ἄνω ζωγράφῳ τῆς εἰκόνος προσέλθετε· 〈Τὰ ἄνω φρονεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος. Υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε〉 λοιπὸν υἱοὶ θεοῦ οὐ γίνεσθε, οὐκ ἐκ σαρκὸς καὶ αἵματος τικτόμενοι, ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ ἀναγεννώμενοι; 〈Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν,〉 φησίν, 〈ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ ἐγεννήθησαν. Υἱοὶ ἀνθρώπων·〉 υἱοὺς ἀνθρώπων καλῶ. Διὰ τί οὐκ ἀνανεύετε εἰς οὐρανὸν οὐδὲ γίνεσθε υἱοὶ θεοῦ, ἀλλ᾽ ὡς μολίβδῳ κάμπτεσθε τῇ συνηθείᾳ; 〈Βαρυκάρδιοι,〉 λιθόψυχοι, ἀμμογενεῖς, ὀργιλόφρονες, ἄφρονες, ὡς γέγραπται· 〈Βαρὺ λίθος καὶ δυσβάστακτον ἄμμος, ὀργὴ δὲ ἄφρονος βαρυτέρα ἀμφοτέρων. Βαρυκάρδιοι,〉 φαραώνιοι, φιλαιγύπτιοι, οἷς ἔλεγεν ὁ Σαμουήλ· 〈Καὶ ἵνα τί ἐβαρύνατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐβάρυνε Φαραὼ καὶ Αἴγυπτος τὴν καρδίαν αὐτῶν;
Μετάφραση
Έως πότε, υιοί των ανθρώπων, θα φαίνεστε ότι δεν φρονείτε τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων; «Υιοί των ανθρώπων, έως πότε» λοιπόν δεν γίνεστε υιοί του Θεού; Αναγνωρίστε κατά την εικόνα τίνος έχετε πλαστεί και, αφήνοντας την κάτω εικόνα ως παροδική και περαστική —«Βεβαίως ως εικόνα πορεύεται κάθε άνθρωπος»— προσέλθετε στον άνω ζωγράφο της εικόνας· «Τα άνω να φρονείτε, όπου ο Χριστός κάθεται στα δεξιά του Θεού. Υιοί των ανθρώπων, έως πότε» λοιπόν δεν γίνεστε υιοί του Θεού, μη γεννώμενοι από σάρκα και αίμα, αλλά αναγεννώμενοι από τον Θεό; «Όσοι δε τον δέχτηκαν», λέει, «έδωσε σε αυτούς την εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού, σε όσους πιστεύουν στο όνομά του, οι οποίοι δεν γεννήθηκαν από αίματα, ούτε από θέλημα σαρκός, ούτε από θέλημα ανδρός, αλλά γεννήθηκαν από τον Θεό. Υιοί των ανθρώπων»· υιούς των ανθρώπων σας αποκαλώ. Γιατί δεν σηκώνετε το βλέμμα σας στον ουρανό, ούτε γίνεστε υιοί του Θεού, αλλά κάμπτεστε από τη συνήθεια σαν από μολύβι; «Βαρυκάρδιοι», λιθόψυχοι, προερχόμενοι από την άμμο, οργίλοι, άφρονες, όπως έχει γραφτεί· «Βαρύ πράγμα ο λίθος και δυσβάστακτο η άμμος, αλλά η οργή του άφρονα είναι βαρύτερη και από τα δύο. Βαρυκάρδιοι», φαραωνικοί, φιλαιγύπτιοι, προς τους οποίους έλεγε ο Σαμουήλ· «Και για ποιον λόγο σκληρύνατε τις καρδιές σας, όπως ακριβώς σκλήρυνε ο Φαραώ και η Αίγυπτος την καρδιά τους;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες