ΤΙΤΛ. Γʹ. —Περὶ γαστριμαργίας καὶ κόρου· ὅτι ἡ γαστριμαργία θάνατον προξενεῖ. «Ἀπέδοτο Ἡσαῦ τὰ πρωτοτοκία τῷ Ἰακὼβ, Ἰακὼβ δὲ ἔδωκε τῷ Ἡσαῦ ἄρτον καὶ ἕψημα φακοῦ· καὶ ἔφαγε, καὶ ἔπιε, καὶ ἀναστὰς ᾤχετο, καὶ ἐφαύλισεν Ἡσαῦ τὰ πρωτοτόκια.» «Ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησε παίζειν. Καὶ ἐλάλησεν ὁ Κύριος πρὸς Μωσῆν λέγων· Βάδιζε, καὶ κατάβηθι τὸ τάχος ἐντεῦθεν. Ἠνόμησε γὰρ ὁ λαός σου, οὓς ἐξήγαγον ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ἐποίησαν μόσχον χωνευτόν.» «Ἡ δύναμις τοῦ Σατανᾶ ἐπ᾽ ὀμφάλου γαστρός.» «Μὴ ἀπληστεύου ἐπὶ τραπέζης, μήποτε προσκόψῃς.» «Ψυχὴ ἐν πλησμονῇ οὖσα, κηρίοις ἐμπαίζει· ψυχῇ δὲ ἐνδεεῖ, καὶ τὰ μικρὰ γλυκέα φαίνεται.» «Ὃς κατασπαταλᾷ ἐκ παιδὸς, οἰκέτης ἔσται.» «Ἐν τῇ κοιλίᾳ ἐπτέρνισε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰακώβ.» «Οὐαὶ οἱ ἐγειρόμενοι τῷ πρωῒ, καὶ τὸ σίκερα διώκοντες, οἱ μένοντες τὸ ὀψέ! Ὁ γὰρ οἶνος αὐτοὺς συγκαύσει.» «Πάντες οἱ τὸν οἶνον πίνοντες, αἰσχυνθήσονται.» «Ἐπλανήθησαν διὰ τὸ σίκερα, ἱερεὺς καὶ προφήτης· ἐξέστησαν διὰ τὸν οἶνον.» «Στενάζουσι πάντες οἱ εὐφραινόμενοι τὴν ψυχήν.» «Ἐκάλεσε Κύριος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ κλαυθμὸν καὶ κοπετὸν, ξύρησιν καὶ ζῶσιν σάκκων· αὐτοὶ δὲ ἐποιήσαντο εὐφροσύνην, ἐπισφάζοντες μόσχους, καὶ θύοντες πρόβατα, λέγοντες, Φάγωμεν καὶ πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν.» «
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Γ΄. — Περί γαστριμαργίας και κόρου· ότι η γαστριμαργία προξενεί θάνατο. «Πούλησε ο Ησαύ τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ, και ο Ιακώβ έδωσε στον Ησαύ άρτο και μαγειρεμένη φακή· και έφαγε, και ήπιε, και σηκώθηκε και έφυγε, και περιφρόνησε ο Ησαύ τα πρωτοτόκια.» «Κάθισε ο λαός να φάει και να πιει, και σηκώθηκε για να διασκεδάσει. Και μίλησε ο Κύριος στον Μωυσή λέγοντας: Πήγαινε και κατέβα γρήγορα από εδώ. Διότι αμάρτησε ο λαός σου, αυτούς που έβγαλα από την Αίγυπτο, και έφτιαξαν χωνευτό μοσχάρι.» «Η δύναμη του Σατανά βρίσκεται στον ομφαλό της κοιλιάς.» «Μην είσαι άπληστος στο τραπέζι, μήπως και σκοντάψεις.» «Η χορτασμένη ψυχή περιπαίζει την κηρήθρα· στην πεινασμένη όμως ψυχή, ακόμη και τα μικρά φαίνονται γλυκά.» «Όποιος σπαταλά από παιδί, θα καταλήξει δούλος.» «Μέσα στην κοιλιά, ο Ιακώβ υποσκέλισε τον αδελφό του.» «Αλίμονο σε εκείνους που σηκώνονται το πρωί και αναζητούν τα μεθυστικά ποτά, σε εκείνους που παραμένουν μέχρι αργά! Διότι το κρασί θα τους κατακάψει.» «Όλοι όσοι πίνουν το κρασί, θα ντροπιαστούν.» «Πλανήθηκαν από τα μεθυστικά ποτά, ιερέας και προφήτης· βγήκαν εκτός εαυτού από το κρασί.» «Στενάζουν όλοι εκείνοι που εύφραιναν την ψυχή τους.» «Κάλεσε ο Κύριος εκείνη την ημέρα σε κλάμα και κοπετό, σε ξύρισμα του κεφαλιού και σε ένδυση με σάκους· αυτοί όμως έστησαν γιορτή, σφάζοντας μοσχάρια και θυσιάζοντας πρόβατα, λέγοντας: Ας φάμε και ας πιούμε, γιατί αύριο πεθαίνουμε.» «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες