Ἔσται δὲ ἴασις ταῖς σαρξί σου, καὶ ἐπιμέλεια τοῖς ὀστέοις σου, ἵνα πορεύῃ πεποιθὼς ἐν εἰρήνῃ πάσας τὰς ὁδούς σου, ὁ δὲ πούς σου οὐ μὴ προσκόπτῃ. Ἐὰν γὰρ κάθῃ, ἄφοβος ἔσῃ, ἐὰν δὲ καθεύδῃς, ἡδέως ὑπνώσεις, καὶ οὐ φοβηθήσῃ πτόησιν ἐπελθοῦσαν, οὐδὲ ὁρμὰς ἀσεβῶν ἐπερχομένας. Ὁ γὰρ Κύριος ἔσται ἐπὶ πασῶν ὁδῶν σου, καὶ ἐρείσει σὸν πόδα, ἵνα μὴ ἀγρευθῇς.» ΤΙΤΛ. ΚΒʹ. —Περὶ συμβουλῆς καὶ εἰσηγήσεως πονηρᾶς. «Χρόνου πολλοῦ προβεβηκότος, εἶπε τῷ Ἰὼβ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· Μέχρι τίνος καρτερήσεις, λέγων· Ἰδοὺ ἀναμένω χρόνον ἔτι μικρὸν προσδεχόμενος τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου; Ἰδοὺ ἠφάνισταί σου τὸ μνημόσυνον ἀπὸ τῆς γῆς. Υἱοί σου καὶ θυγατέρες, ἐμῆς κοιλίας ὠδῖνες καὶ πόνοι, οὒς εἰς τὸ κενὸν ἐκοπίασα μετὰ μόχθων. Σὺ δὲ αὐτὸς κάθησαι ἐπὶ σαπρίᾳ σκωλήκων, διανυκτερεύων αἴθριος. Κἀγὼ πλανῆτις καὶ λάτρις, τόπον ἐκ τόπου, καὶ οἰκίαν ἐξ οἰκίας περιερχομένη, προσδεχομένη δὲ τὸν ἥλιον, πότε δύνῃ, ἵνα ἀναπαύσωμαι τῶν μόχθων καὶ τῶν ὀδυνῶν, αἵ με νῦν συνέχουσιν. Ἀλλ᾽ εἶπόν τι ῥῆμα πρὸς Κύριον, καὶ τελεύτα. Ὁ δὲ ἐμβλέψας αὐτῇ, εἶπεν· Ἵνα τί ὥσπερ μία τῶν ἀφρόνων γυναικῶν λαλήσεις; Εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν;» «Κακὸς ὑπακούσει γλώσσαις παρανόμων.» «Υἱὲ, μή σε καταλάβῃ βουλὴ κακή.» «Υἱὲ, μή σε πλανήσωσιν ἀσεβεῖς ἄνδρες, μηδὲ βουληθῇς.
Μετάφραση
Και αυτό θα είναι ίαση για τις σάρκες σου, και φροντίδα για τα οστά σου, ώστε να πορεύεσαι με πεποίθηση εν ειρήνη σε όλους τους δρόμους σου, και το πόδι σου να μην σκοντάψει. Διότι εάν κάθεσαι, θα είσαι άφοβος, και εάν κοιμάσαι, θα κοιμάσαι γλυκά, και δεν θα φοβηθείς ξαφνικό τρόμο που θα έλθει, ούτε τις επιθέσεις των ασεβών όταν έρχονται. Διότι ο Κύριος θα βρίσκεται σε όλους τους δρόμους σου, και θα στηρίξει το πόδι σου, για να μην πιαστείς σε παγίδα». ΤΙΤΛΟΣ 22ος. —Περί κακής συμβουλής και πονηρής εισήγησης. «Όταν είχε περάσει πολύς καιρός, η γυναίκα του Ιώβ τού είπε: Μέχρι πότε θα υπομένεις, λέγοντας: "Ιδού, περιμένω ακόμη λίγο χρόνο προσδοκώντας την ελπίδα της σωτηρίας μου"; Ιδού, η μνήμη σου έχει εξαφανιστεί από τη γη. Οι γιοι σου και οι κόρες σου, οι ωδίνες και οι πόνοι της κοιλιάς μου, για τους οποίους κόπιασα μάταια με τόσους μόχθους, χάθηκαν. Και εσύ ο ίδιος κάθεσαι πάνω σε σαπίλα από σκουλήκια, περνώντας τις νύχτες στο ύπαιθρο. Και εγώ περιπλανώμενη και υπηρέτρια, γυρίζοντας από τόπο σε τόπο και από σπίτι σε σπίτι, περιμένοντας πότε θα δύσει ο ήλιος, για να αναπαυθώ από τους μόχθους και τις οδύνες που με συνέχουν τώρα. Αλλά πες κάποιον λόγο (βλασφημίας) προς τον Κύριο, και πέθανε. Εκείνος όμως, αφού την κοίταξε, είπε: Γιατί μιλάς σαν μία από τις άφρονες γυναίκες; Αν δεχθήκαμε τα αγαθά από το χέρι του Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπομείνουμε;» «Ο κακός υπακούει στις γλώσσες των παρανόμων.» «Γιε μου, να μην σε κυριεύσει κακή συμβουλή.» «Γιε μου, να μην σε πλανήσουν ασεβείς άνδρες, και να μην συναινέσεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες