Ταῦτα τῷ εὐεργέτῃ ἀντεπεδείκνυτο. Οὐκ ἐμνήσθη τῆς κοινῆς φύσεως· οὐχ ἡγήσατο χρῆναι τὸ περιττεῦον τοῖς ἐνδεέσι καταμερίσαι· οὐκ ἔσχε τινὰ λόγον τῆς ἐντολῆς· Μὴ ἀπόσχῃ εὖ ποιεῖν ἐνδεῆ· καὶ, Ἐλεημοσύναι καὶ πίστις μὴ ἐκλειπέτωσάν σε· καὶ, Διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου· Καὶ πάντες προφῆται, καὶ πάντες διδάσκαλοι ἐμβοῶντες, οὐκ εἰσηκούοντο· ἀλλ᾽ αἱ μὲν ἀποθῆκαι διεῤῥήγνυντο τῷ πλήθει τῶν ἀποκειμένων στενοχωρούμεναι, ἡ φειδωλὸς δὲ καρδία οὐκ ἐνεπίμπλατο. Ἀεὶ γὰρ τὰ νέα τοῖς παλαιοῖς προστιθεὶς, καὶ ταῖς κατ᾽ ἔτος προσθήκαις τὴν εὐπορίαν προσαύξων, εἰς τὴν ἀδιέξοδον ταύτην ἀμηχανίαν ἐνέπεσεν, ὑποχωρεῖν μὲν τοῖς παλαιοῖς διὰ τὴν πλεονεξίαν μὴ συγχωρῶν, ὑποδέχεσθαι δὲ τὰ νέα διὰ τὸ πλῆθος μὴ ἐξαρκῶν. Διὰ τοῦτο ἀνήνυτα μὲν αὐτῷ τὰ βουλεύματα, ἄποροι δὲ αἱ φροντίδες. Τί ποιήσω; Τίς οὐκ ἂν ἐλεήσειεν τὸν οὕτω πολιορκούμενον;
Μετάφραση
Αυτά ανταπέδιδε στον ευεργέτη του. Δεν θυμήθηκε την κοινή ανθρώπινη φύση· δεν θεώρησε ότι έπρεπε να μοιράσει το περίσσευμα στους ενδεείς· δεν έλαβε καθόλου υπόψη του την εντολή: «Μην παραλείπεις να ευεργετείς τον ενδεή»· και, «Οι ελεημοσύνες και η πίστη ας μη σε εγκαταλείψουν»· και, «Μοίραζε τον άρτο σου σε αυτόν που πεινά». Και όλοι οι προφήτες και όλοι οι διδάσκαλοι αν και φώναζαν δυνατά, δεν εισακούονταν· αλλά οι μεν αποθήκες του κόντευαν να διαρραγούν επειδή ασφυκτιούσαν από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών, ενώ η φιλάργυρη καρδιά του δεν χόρταινε. Διότι, προσθέτοντας πάντοτε τα νέα αγαθά στα παλαιά και αυξάνοντας τον πλούτο του με τις ετήσιες προσθήκες, περιέπεσε σε αυτήν την αδιέξοδη αμηχανία, να μην επιτρέπει μεν να αναλωθούν τα παλαιά εξαιτίας της πλεονεξίας του, αλλά και να μην επαρκεί ο χώρος για να υποδεχθεί τα νέα εξαιτίας του πλήθους τους. Γι' αυτό, τα μεν σχέδιά του ήταν ατελέσφορα, οι δε φροντίδες του αδιέξοδες. Τι να κάνω; Ποιος δεν θα σπλαγχνιζόταν αυτόν που πολιορκείται με αυτόν τον τρόπο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες