Ὅταν στήσῃς τῶν ὑπό σου ἀδικηθέντων τὸ δάκρυον, τότε πένησιν ἑτέροις συμπάθησον κλαίουσι. 〈Τίμα〉 γάρ, φησί, 〈τὸν κύριον ἀπὸ σῶν δικαίων πόνων. Μὴ ἀπατᾶσθε· θεὸς οὐ μυκτηρίζεται.〉 Οὐ δέχεται δωρεὰν ἑτέρου στενάζοντος. Οὐκ ἔστιν ἐκεῖ παροφθῆναι τὸ δίκαιον, ἀλλ᾽ εἴ τι σύνοιδας σαυτῷ ἄτοπα πεπραχώς, μετανόησον. Ὑπόχρεως γέγονας πολλῶν πλημμελημάτων, μὴ φοβηθῇς τὸν κριτὴν καὶ ἀπογνῷς τῆς σαυτοῦ σωτηρίας· 〈Δότε〉 γὰρ 〈ἐλεημοσύνην,〉 καὶ πάντα πεπλήρωται.
Μετάφραση
Όταν σταματήσεις το δάκρυ αυτών που αδικήθηκαν από εσένα, τότε να συμπονέσεις άλλους πένητες που κλαίνε. Διότι λέει: «Τίμα τον Κύριο από τους δίκαιους κόπους σου. Μην πλανάσθε· ο Θεός δεν εμπαίζεται». Δεν δέχεται προσφορά ενώ κάποιος άλλος στενάζει. Εκεί δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθεί το δίκαιο, αλλά, εάν γνωρίζεις μέσα σου ότι έχεις πράξει άτοπα, μετανόησε. Έχεις γίνει υπόχρεος πολλών αμαρτημάτων, όμως μη φοβηθείς τον Κριτή και μην απελπιστείς για τη σωτηρία σου· διότι «δώστε ελεημοσύνη», και τα πάντα έχουν εκπληρωθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες