Βλέπε εἰ μὴ ἀπόγονοι αὐτοῦ ἦσαν, οἷς σήμερον ὁ Σωτὴρ ἐθεράπευσε τὴν δεξιὰν χεῖρα τὴν ξηράν. Καὶ ἐξελθόντες ἐκεῖνοι, οὐχ ἵνα δοξάσωσι τὸν Θεὸν, ἐσκέπτοντο, ἀλλὰ πῶς ἐπιβουλεύσωσι τῷ εὐεργέτῃ. Λέγει γὰρ τὸ Εὐαγγέλιον, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἐπλήσθησαν ἀνοίας, καὶ ἐξελθόντες, διελογίζοντο, τί ἂν ποιήσωμεν τῷ Ἰησοῦ; Ἀπόγονοι τοῦ διώκοντος, καὶ ἀπόγονοι τοῦ μανιώδους, καὶ ἀπόγονοι τοῦ ἐπιβουλεύοντος τοῖς εὐεργέταις. Ὑπεβλέπετο τοίνυν ὁ Σαοὺλ τὸν Δαβὶδ, καὶ οὐκ ἔτι ἔβλεπεν αὐτὸν ὀρθοῖς ὀφθαλμοῖς. Τοιοῦτοι γὰρ οἱ βάσκανοι, καὶ τοιοῦτοι οἱ ὑποκριταί. Διὰ τοῦτο ἡ Γραφή σοι λέγει· «Οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν,» μηδὲν πλάγιον, μηδὲ βάσκανον, ἢ ἔρωτος ἢ μανίας, ἤ τι τοιοῦτον ἐχόμενοι. Βλέπε τὸν φίλον ὀρθῶς, μηδὲν κεκρυμμένον, μηδὲν ἰοβόλον. Ἀλλ᾽ ὁ Σαοὺλ ὑπεβλέπετο τὸν Δαβίδ. Καὶ βλέπε κατασκευήν· ἰδὼν αὐτὸν τιμώμενον, βούλεται αὐτῷ δοῦναι τὴν θυγατέρα ἐπιγαμβρίαν. Ὢ πείρασις βασκανίας! Ἐπιβουλεύει, καὶ νυμφίον αὐτὸν λαμβάνει· καὶ οὐ φείδεται θυγατρὸς, ἵνα τῷ τετιμημένῳ ἐπιβουλεύσῃ. Καὶ ἔπαθλον βούλεται ἑκατὸν ἀκροβυστίας ἀλλοφύλων.
Μετάφραση
Σκέψου μήπως δεν ήταν δικοί του απόγονοι εκείνοι, στων οποίων το ξηρό δεξί χέρι σήμερα ο Σωτήρας χάρισε τη θεραπεία. Και όταν βγήκαν εκείνοι, δεν σκέφτονταν πώς να δοξάσουν τον Θεό, αλλά πώς να επιβουλευθούν τον ευεργέτη τους. Διότι αναφέρει το Ευαγγέλιο ότι αυτοί κυριεύθηκαν από παραφροσύνη και, αφού βγήκαν, διαλογίζονταν: «Τι να κάνουμε στον Ιησού;». Απόγονοι του διώκτη, απόγονοι του μανιώδους και απόγονοι εκείνου που επιβουλεύεται τους ευεργέτες του. Ο Σαούλ, λοιπόν, κοιτούσε με φθόνο τον Δαβίδ και δεν τον αντίκριζε πλέον με ευθύτητα. Διότι τέτοιοι είναι οι φθονεροί και τέτοιοι οι υποκριτές. Για τον λόγο αυτόν η Γραφή σού λέει: «Τα μάτια σου ας βλέπουν ευθεία», χωρίς το βλέμμα σου να είναι πλάγιο ή φθονερό, ούτε να κατέχεται από πάθος, από μανία ή από κάτι παρόμοιο. Να βλέπεις τον φίλο σου με ευθύτητα, χωρίς καμία υστεροβουλία και χωρίς τίποτε το δηλητηριώδες. Αλλά ο Σαούλ κοιτούσε λοξά και φθονερά τον Δαβίδ. Και δες τη ραδιουργία του: βλέποντάς τον να απολαμβάνει τιμές, θέλει να του δώσει τη θυγατέρα του ως σύζυγο. Ώ, τι φθονερή πλεκτάνη! Τον επιβουλεύεται και τον παίρνει για γαμπρό του· και δεν λυπάται τη θυγατέρα του, προκειμένου να στήσει παγίδα στον τιμώμενο άνδρα. Και ως αντίτιμο ζητά εκατό ακροβυστίες των αλλοφύλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες