ἐπειδὴ δὲ διὰ μέσου τέθεικεν, ὅτι καὶ ζητήσετέ με, ζητοῦντας δὲ τέως αὐτὸν Ἰουδαίους οὐχ εὑρίσκομεν, ἥξομεν εὐλόγως ἐπὶ τοιαύτην τινὰ διάνοιαν· δεῖ γὰρ ἀληθεύειν αὐτόν. εἰ γὰρ καὶ νῦν ὄντες ἐν σώμασι καὶ ταῖς τῆς σαρκὸς ἡδοναῖς ἔτι διαπαιζόμενοι διὰ πολλὴν ἄγαν ἀναισθησίαν οὐ ζητοῦσι τὸν λυτρωτὴν, ἀλλ᾽ εἰς ᾅδου πεσόντες οἱ δειλαιοὶ, καὶ τοῖς τῶν κολαστηρίων ὁμιλήσαντες τόποις, ὅταν ἐν αὐτοῖς γένωνται τοῖς κακοῖς, τότε δὴ τότε καὶ οὐχ ἑκόντες ζητήσουσιν. “Ἐκεῖ γὰρ ἐστὶ, φησὶν, ὁ κλαυθμὸς ”καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων,” ἑκάστου κατὰ τὸ εἰκὸς τῶν ἐκεῖ γεγονότων τὴν ἐπ᾽ ἀγαθοῖς ῥᾳθυμίαν ἀνοιμώζοντος, καὶ μονονουχὶ τὸ ἐν βίβλῳ τῇ τῶν παροιμιῶν λέγοντος “Οὐκ ”ἤκουον φωνὴν παιδεύοντός με καὶ διδάσκοντός με.” οὐκοῦν ὡς ὁ Παῦλός φησι “Φοβηθῶμεν οὖν μή ποτε καταλειπο- ”μένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, “δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι.”
Μετάφραση
Επειδή όμως ανέφερε ενδιαμέσως ότι «θα με ζητήσετε», και ωστόσο μέχρι τώρα δεν βρίσκουμε τους Ιουδαίους να τον ζητούν, εύλογα θα καταλήξουμε σε μια τέτοια σκέψη· διότι τα λόγια του πρέπει να είναι αληθινά. Διότι, ακόμη κι αν τώρα που βρίσκονται στο σώμα και παρασύρονται ακόμη από τις ηδονές της σάρκας, λόγω της υπερβολικής τους αναισθησίας δεν ζητούν τον λυτρωτή, εντούτοις, όταν οι άθλιοι πέσουν στον άδη και βρεθούν στους τόπους των κολαστηρίων, όταν θα βρεθούν μέσα σε αυτά τα δεινά, τότε πραγματικά, έστω και παρά τη θέλησή τους, θα τον ζητήσουν. «Διότι εκεί», λέει, «είναι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων», καθώς ο καθένας, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που θα βρεθούν εκεί θα θρηνεί γοερά για την αμέλειά του απέναντι στα αγαθά έργα, και σχεδόν θα λέει αυτό που αναφέρεται στο βιβλίο των Παροιμιών: «Δεν άκουγα τη φωνή εκείνου που με διαπαιδαγωγούσε και με δίδασκε». Επομένως, όπως λέει ο Παύλος: «Ας φοβηθούμε, λοιπόν, μήπως, ενώ παραμένει η υπόσχεση να εισέλθουμε στην ανάπαυσή του, φανεί κάποιος από εσάς ότι έχει υστερήσει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες