Καὶ ὁ μὲν ἐν λάρνακι κεῖται, πρὸς πάντα ἀκίνητος ὤν· οὗτος δὲ ἐν τῷ τάφῳ τῶν μυρίων κατορώρυκται νοσημάτων. Ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ σηπόμενον οὐχ ὁρᾷς; Καὶ τί τοῦτο; Πρὸ γὰρ τοῦ σώματος αὐτοῦ ἡ ψυχὴ διέφθαρται καὶ ἀπόλωλε, καὶ πλείονα ὑπομένει τὴν σηπεδόνα. Ὁ μὲν γὰρ δέκα ὄδωδεν ἡμέρας· οὗτος δὲ ἅπαντα τὸν βίον δυσωδίας ἀποπνεῖ, στόμα ἔχων ὀχετῶν ἀκαθαρτότερον. Ὥστε τοσοῦτον αὐτοῦ διενήνοχεν ἐκεῖνος, ὅσον ὁ μὲν τὴν ἀπὸ τῆς φύσεως ὑπομένει μόνον φθορὰν, οὗτος δὲ μετ᾽ ἐκείνης καὶ τὴν ἀπὸ τῆς ἀσωτίας ἐπεισάγει σηπεδόνα, μυρίας καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν ἐπινοῶν ὑποθέσεις διαφθορᾶς. Ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ἵππου φέρεται; Καὶ τί τοῦτο; Καὶ γὰρ ἐκεῖνος ἐπὶ κλίνης· καὶ τὸ δὴ χαλεπὸν, λυόμενον μὲν ἐκεῖνον καὶ σηπόμενον οὐδεὶς ὁρᾷ, ἀλλ᾽ ἔχει τὴν λάρνακα παραπέτασμα· οὗτος δὲ ὀδωδὼς πανταχοῦ περίεισι, καθάπερ ἐν τάφῳ τῷ σώματι νενεκρωμένην ψυχὴν περιφέρων. Καὶ εἴγε ἦν ψυχὴν ἀνδρὸς ἰδεῖν τρυφῇ καὶ κακίᾳ συζῶντος, εἶδες ἂν ὅτι πολὺ βέλτιον ἐν τάφῳ κεῖσθαι δεδεμένον, ἢ ταῖς τῶν ἁμαρτιῶν σφίγγεσθαι σειραῖς· καὶ λίθον ἔχειν ἐπικείμενον, ἢ τὸ βαρὺ τῆς ἀναισθησίας πῶμα. Διὸ δὴ μάλιστα τοὺς τούτοις προσήκοντας τοῖς νεκροῖς, ἐπειδὴ οὗτοι ἀναλγήτως διάκεινται, προσιέναι δεῖ περὶ αὐτῶν τῷ Ἰησοῦ, καθάπερ ἡ Μαρία τότε ἐποίησεν ἐπὶ τοῦ Λαζάρου.
Μετάφραση
Και ο μεν ένας κείτεται μέσα στο φέρετρο, όντας εντελώς ακίνητος· αυτός όμως έχει θαφτεί μέσα στον τάφο αμέτρητων νοσημάτων. Αλλά δεν βλέπεις το σώμα του να σαπίζει; Και τι με αυτό; Διότι πριν από το σώμα του έχει διαφθαρεί και χαθεί η ψυχή του, και υπομένει μεγαλύτερη σήψη. Διότι ο μεν ένας αναδίδει δυσωδία για δέκα ημέρες· ενώ αυτός σε όλη του τη ζωή αποπνέει δυσωδία, έχοντας στόμα πιο ακάθαρτο και από τους οχετούς. Ώστε τόσο πολύ διαφέρει εκείνος από τούτον, καθόσον ο μεν υπομένει μόνο τη φθορά της φύσης, ενώ αυτός, μαζί με αυτήν, εισάγει επιπλέον και τη σήψη της ασωτίας, επινοώντας καθημερινά αμέτρητες αφορμές διαφθοράς. Αλλά μήπως μεταφέρεται πάνω σε άλογο; Και τι με αυτό; Διότι και εκείνος μεταφέρεται πάνω στο νεκροκρέβατο· και το χειρότερο είναι ότι εκείνον, καθώς αποσυντίθεται και σαπίζει, δεν τον βλέπει κανείς, αλλά έχει για παραπέτασμα το φέρετρο· αυτός όμως περιφέρεται παντού αναδίδοντας δυσωδία, περιφέροντας τη νεκρωμένη του ψυχή μέσα στο σώμα του σαν μέσα σε τάφο. Και αν ήταν δυνατόν να δει κανείς την ψυχή ενός ανθρώπου που συζεί με την τρυφή και την κακία, θα διαπίστωνε ότι είναι πολύ καλύτερο να κείτεται κανείς δεμένος μέσα στον τάφο, παρά να σφίγγεται από τα δεσμά των αμαρτιών· και να έχει πάνω του τοποθετημένο έναν λίθο, παρά το βαρύ σκέπασμα της αναισθησίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, εκείνοι που είναι οικείοι με τέτοιου είδους νεκρούς, επειδή οι ίδιοι βρίσκονται σε κατάσταση αναισθησίας, πρέπει να προσέρχονται για χάρη τους στον Ιησού, όπως ακριβώς έκανε τότε η Μαρία για τον Λάζαρο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες