Οἱ τέττιγες σιωπῶσι τρεφόμενοι τὸ τῆς δρόσου ἄριστον. Ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος καὶ τὴν ἰκμάδα τῆς τραπέζης αὐτῶν σπογγίσαντος, νυττόμενοι τῇ πείνῃ, ψάλλουσι νηστεύοντες καὶ ἑαυτοὺς παρηγοροῦσι κιθαρίζοντες· οἱ δὲ νεοφώτιστοι καὶ τῇ δρόσῳ τοῦ πνεύματος χαίρονται καὶ τρέφονται, καὶ τῷ ἡλίῳ Χριστῷ θάλπονται καὶ τὸν ἄνω τροφέα θαυμάζοντες λέγουσι· 〈Κύριε ὁ κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ.〉 Καὶ ἐπειδὴ τέττιγος ἐμνημονεύσαμεν, ὥσπερ εἶπεν ὁ παροιμιαστής· 〈Ἴθι πρὸς τὸν μύρμηκα, ὦ ὀκνηρέ,〉 κἀγὼ λέγω· Ἴθι πρὸς τὸν τέττιγα, ὦ ἀδελφέ, 〈καὶ ζήλωσον τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ γίνου ἐκείνου σοφώτερος,〉 ἵνα ὥσπερ ὁ τέττιξ τὰ χωρία καὶ τοὺς ἀγροὺς περιπετόμενος καὶ τοῖς εὐκάρποις δένδροις ἐπαναπαυόμενος οὐ λῃστεύει τὸ μῆλον, οὐ κλέπτει τὸ κάρυον, οὐ τινάσσει τὴν ἐλαίαν, οὐ λυμαίνεται τὴν ῥοιάν, οὐ λυπεῖ τὸν γεωργόν, ἀλλὰ τῷ ἰδίῳ ἀρίστῳ τῇ δρόσῳ ἀρκούμενος, τῶν ἀλλοτρίων θεατής, ἀλλ᾽ οὐ λῃστής, γίνεται, οὕτως αὐτός, ἀδελφέ μου, ὡς ἐν ἀγρῷ τῷ κόσμῳ αὐλιζόμενος μηδένα ζημιώσῃς, μηδένα διασείσῃς, μηδένα συκοφαντήσῃς, ἀλλ᾽ ὡς δρόσῳ ἀρκέσθητι τοῖς δοθεῖσί σοι ἐκ θεοῦ. Ὡς τέττιξ ἐπὶ δένδρῳ, τῷ κόσμῳ σταυρώθητι.
Μετάφραση
Οι τέττιγες σιωπούν τρεφόμενοι με το γεύμα της δρόσου. Όταν δε ανατείλει ο ήλιος και απορροφήσει την ικμάδα της τράπεζάς τους, κεντριζόμενοι από την πείνα, ψάλλουν νηστεύοντας και παρηγορούν τους εαυτούς τους κιθαρίζοντας· οι νεοφώτιστοι, όμως, και με τη δρόσο του Πνεύματος χαίρονται και τρέφονται, και από τον ήλιο Χριστό θερμαίνονται και, θαυμάζοντας τον άνω Τροφέα, λέγουν: «Κύριε ο Κύριος ημών, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου σε όλη τη γη». Και επειδή μνημονεύσαμε τον τέττιγα, όπως ακριβώς είπε ο παροιμιαστής: «Πήγαινε στο μυρμήγκι, ω οκνηρέ», έτσι κι εγώ λέγω: Πήγαινε στον τέττιγα, ω αδελφέ, «και ζήλωσε τις οδούς του, και γίνε σοφότερος από αυτόν», ώστε, όπως ακριβώς ο τέττιγας που πετά ολόγυρα στα χωράφια και στους αγρούς και αναπαύεται στα εύκαρπα δέντρα, δεν ληστεύει το μήλο, δεν κλέβει το καρύδι, δεν τινάζει την ελιά, δεν καταστρέφει το ρόδι, δεν λυπεί τον γεωργό, αλλά, αρκούμενος στο δικό του γεύμα, τη δρόσο, γίνεται θεατής των ξένων αγαθών και όχι ληστής τους, έτσι κι εσύ, αδελφέ μου, καθώς διαμένεις στον κόσμο σαν σε αγρό, να μη ζημιώσεις κανέναν, να μην εκβιάσεις κανέναν, να μη συκοφαντήσεις κανέναν, αλλά, όπως με δρόσο, να αρκεστείς σε όσα σου έχουν δοθεί από τον Θεό. Σαν τέττιγας πάνω στο δέντρο, σταυρώσου ως προς τον κόσμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες