κἀνταῦθα δὲ πρῶτον ἐπιτηρητέον ὡς ἀπολύτως σοφία ὠνόμασται· «ἐγὼ» γάρ φησιν «〈ἡ σοφία〉 κατεσκήνωσα βουλὴν» καὶ οὐκ εἴρηται· σοφία τοῦ θεοῦ. ἀλλ᾽ ὥσπερ παρὰ τῷ εὐαγγελιστῇ τὸ «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» ἀπολύτως ἐγράφετο, καὶ πάλιν «ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν», καὶ οὐκ εἴρητο· ὁ λόγος τοῦ θεοῦ, ἵνα μὴ τῶν πρός τι νομίσῃ τις αὐτὸν λέγεσθαι, μηδ᾽ ὡς συμβεβηκότα ἐν τῷ θεῷ, ἀλλ᾽ ὡς ὑφεστῶτα καὶ ζῶντα (διὸ ἐπιλέγει «καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος», οὐκ εἰπών· καὶ θεοῦ ἦν ὁ λόγος), οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς σοφίας· ἓν γὰρ καὶ ταὐτὸν ἦν ὁ θεὸς λόγος καὶ ἡ σοφία. διὸ ἀπολύτως ἐν ταῖς Παροιμίαις ὀνομάζεται, ἔν τε τοῖς προτεθεῖσιν ῥητοῖς, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δι᾽ ὧν τοῦτον εἴρηται τὸν τρόπον «μακάριος ἀνὴρ ὃς εὗρεν σοφίαν» καὶ «ὁ θεὸς τῇ σοφίᾳ ἐθεμελίωσε τὴν γῆν» καὶ «εἶπον τὴν σοφίαν σὴν ἀδελφὴν εἶναι» καὶ «σὺ τὴν σοφίαν κήρυξον, ἵνα φρόνησίς σοι ἐπακολουθήσῃ» καὶ «κρείσσων γὰρ σοφία λιθῶν πολυτελῶν» καὶ «ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισεν στύλους ἑπτὰ» καὶ ὅσα ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ ἐν τῇ αὐτῇ φέρεται βίβλῳ· δι᾽ ὧν οὐδαμοῦ σοφία θεοῦ ὠνόμασται, ἀλλὰ ἀδιορίστως ἡ σοφία, ἵνα μὴ σύμβαμά τι νομίσωμεν αὐτὴν εἶναι περὶ τὸν θεόν, ὡς ἐν τῷ ἐπιστήμονι ἀνδρὶ τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ᾽ ὑφεστῶσαν καὶ ζῶσαν σοφίαν, τὴν αὐτὴν οὖσαν τῷ υἱῷ τοῦ θεοῦ.
Μετάφραση
Και εδώ καταρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι ονομάζεται «σοφία» απολύτως· διότι λέγει «εγώ [η σοφία] κατοίκησα μαζί με τη βουλή» και δεν έχει ειπωθεί «σοφία του Θεού». Αλλά όπως ακριβώς στον Ευαγγελιστή το «εν αρχή ην ο Λόγος» γράφτηκε απολύτως, και πάλι «ο Λόγος ην προς τον Θεόν», και δεν ειπώθηκε «ο Λόγος του Θεού», για να μην νομίσει κανείς ότι αυτός αναφέρεται ως κάτι το σχετικό, ούτε ως συμβεβηκός στον Θεό, αλλά ως ενυπόστατος και ζωντανός (για αυτό και προσθέτει «και Θεός ην ο Λόγος», χωρίς να πει «και του Θεού ην ο Λόγος»), έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση της σοφίας· διότι ένα και το αυτό ήταν ο Θεός Λόγος και η Σοφία. Γι' αυτό ονομάζεται απολύτως στις Παροιμίες, τόσο στα ρητά που προπαρατέθηκαν, όσο μάλιστα και σε εκείνα όπου λέγεται με αυτόν τον τρόπο: «μακάριος ο άνθρωπος που βρήκε σοφία» και «ο Θεός με τη σοφία θεμελίωσε τη γη» και «πες ότι η σοφία είναι αδελφή σου» και «εσύ κήρυξε τη σοφία, ώστε να σε ακολουθήσει η φρόνηση» και «διότι η σοφία είναι ανώτερη από πολύτιμους λίθους» και «η σοφία έχτισε οίκο για τον εαυτό της, και τον στήριξε σε επτά στύλους» και όσα άλλα παρόμοια με αυτά αναφέρονται στο ίδιο βιβλίο. Στα χωρία αυτά πουθενά δεν ονομάστηκε «σοφία του Θεού», αλλά απροσδιόριστα «η σοφία», για να μην νομίσουμε ότι αυτή είναι κάποιο συμβεβηκός στον Θεό, όπως ακριβώς η επιστήμη στον επιστήμονα άνθρωπο, αλλά ότι είναι ενυπόστατη και ζωντανή σοφία, η οποία είναι η ίδια με τον Υιό του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες