ἡμεῖς τοίνυν οἱ μηκέτι δουλεύοντες τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς ἐπέγνωμεν τὸν φύσει ὄντα θεόν, ᾧ πᾶν γόνυ κάμπτει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. ᾧ οὐκ ἂν ἐδουλεύσαμεν, εἰ μὴ ἐπιστεύσαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ζῶν τε καὶ ἀληθινὸς θεός, ᾧ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογεῖται, ὅτι κύριος Ἰησοῦς εἰς δόξαν θεοῦ πατρός. 〈Θεόν〉, φησίν, 〈ἕνα ἀνάρχως ἀϊδίως ἀτελευτήτως μόνον〉. πάλιν Νοήσατε ἄκακοι πανουργίαν, φησὶν ὁ Σολομών, μή ποτε εἰς ἄρνησιν τῆς τοῦ μονογενοῦς θεότητος ἀπατηθέντες ἐκπέσητε. ἀτελεύτητόν ἐστι τὸ θανάτου καὶ φθορᾶς ἀνεπίδεκτον, ὡσαύτως δὲ καὶ ἀΐδιον τὸ μὴ πρόσκαιρον λέγεται. ὃ τοίνυν μήτε ἀΐδιόν ἐστι μήτε ἀτελεύτητον, τοῦτο πάντως ἐν τῇ φθαρτῇ τε καὶ ἐπικήρῳ θεωρεῖται φύσει. οὐκοῦν ὁ τὸ ἀτελεύτητον τῷ ἑνὶ καὶ μόνῳ προσμαρτυρῶν θεῷ, μὴ συμπεριλαμβάνων δὲ τὸν υἱὸν τῇ τοῦ ἀτελευτήτου καὶ ἀϊδίου σημασίᾳ, φθαρτὸν αὐτὸν εἶναι καὶ πρόσκαιρον διὰ τοῦ τοιούτου λόγου κατασκευάζει τὸν τῷ ἀϊδίῳ καὶ ἀτελευτήτῳ ἀντιδιαστελλόμενον. ἡμεῖς δὲ κἂν ἀκούσωμεν ὅτι μόνος ὁ θεὸς ἔχει τὴν ἀθανασίαν, τὸν υἱὸν διὰ τῆς ἀθανασίας νοοῦμεν (ἀθανασία γάρ ἐστιν ἡ ζωή, ἥτις ἐστὶν ὁ κύριος ὁ εἰπὼν ὅτι Ἐγώ εἰμι ἡ ζωή)· κἂν λέγηται φῶς οἰκεῖν ἀπρόσιτον, πάλιν τὸ ἀληθινὸν φῶς, ὅπερ ἐστὶ τῷ ψεύδει ἀπρόσιτον, τὸν μονογενῆ νοεῖσθαι οὐκ ἀμφιβάλλομεν, ἐν ᾧ τὸν πατέρα εἶναι παρ᾽ αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἐμάθομεν.
Μετάφραση
Εμείς, λοιπόν, που δεν είμαστε πλέον δούλοι σε εκείνους που δεν είναι εκ φύσεως θεοί, γνωρίσαμε τον εκ φύσεως όντα Θεό, ενώπιον του οποίου κάμπτει κάθε γόνυ επουρανίων, επιγείων και καταχθονίων. Τον οποίο δεν θα υπηρετούσαμε, εάν δεν είχαμε πιστέψει ότι αυτός είναι ο ζωντανός και αληθινός Θεός, για τον οποίο κάθε γλώσσα ομολογεί ότι Κύριος είναι ο Ιησούς, εις δόξαν του Θεού Πατρός. «Θεό», λέγει, «έναν, ανάρχως, αϊδίως, ατελευτήτως μόνο». Πάλι, «νοήσατε άκακοι πανουργίαν» (κατανοήστε, οι άκακοι, την πανουργία), λέγει ο Σολομών, μήπως τυχόν εξαπατηθείτε και εκπέσετε στην άρνηση της θεότητας του Μονογενούς. Ατελεύτητο είναι αυτό που δεν επιδέχεται θάνατο και φθορά, και ομοίως, αΐδιο ονομάζεται αυτό που δεν είναι πρόσκαιρο. Επομένως, εκείνο που δεν είναι ούτε αΐδιο ούτε ατελεύτητο, αυτό εξάπαντος θεωρείται ότι ανήκει στη φθαρτή και επίκηρη φύση. Συνεπώς, εκείνος που αποδίδει το ατελεύτητο στον ένα και μόνο Θεό, αλλά δεν συμπεριλαμβάνει τον Υιό στην έννοια του ατελεύτητου και του αΐδιου, μέσω ενός τέτοιου συλλογισμού τον παρουσιάζει ως φθαρτό και πρόσκαιρο, ως αντιδιαστελλόμενο προς το αΐδιο και το ατελεύτητο. Εμείς όμως, ακόμη και αν ακούσουμε ότι μόνο ο Θεός έχει την αθανασία, νοούμε τον Υιό μέσω της αθανασίας (διότι αθανασία είναι η ζωή, η οποία είναι ο Κύριος, που είπε: «Εγώ είμαι η ζωή»)· και αν λέγεται ότι κατοικεί σε φως απρόσιτο, πάλι δεν αμφιβάλλουμε ότι ως το αληθινό φως, το οποίο είναι απρόσιτο στο ψεύδος, νοείται ο Μονογενής, μέσα στον οποίο διδαχθήκαμε από την ίδια την Αλήθεια ότι βρίσκεται ο Πατέρας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες