Ἄρτων κρυφίων ἡδέως ἅψασθε. [Cod. f. 46 b.] Καὶ ποία ἡδονὴ τῶν κεκλεμμένων, ἐν οἷς φόβος, κίνδυνος, προσδοκία θανάτου; καίπερ δὲ δοκοῦν ἡδὺ, οὐχ ἡδύ ἐστι· κατὰ τό· Ἡδύνθη αὐτοῖς ἄρτος ψεύδους, καὶ μετὰ τοῦτο· Πλησθήσεται τὸ στόμα αὐτῶν ψηφῖδος. Ἀλλ᾽ ἀποπήδησον. [Cod. f. 47 a.] Οὐκ εἶπεν ἀναχώρησον, ἀλλ᾽ ἀποπήδησον.
Μετάφραση
Γευθείτε με ευχαρίστηση κρυφούς άρτους. [Cod. f. 46 b.] Και ποια ευχαρίστηση υπάρχει στα κλεμμένα, στα οποία ενυπάρχει φόβος, κίνδυνος, προσδοκία θανάτου; Και μολονότι φαίνεται ευχάριστο, δεν είναι ευχάριστο· κατά το: «Γλυκός τους φάνηκε ο άρτος του ψεύδους», και μετά από αυτό: «Θα γεμίσει το στόμα τους με χαλίκια». Αλλά αποπήδησε. [Cod. f. 47 a.] Δεν είπε «αναχώρησε», αλλά «αποπήδησε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες