In Psalmum X Εἰς τὸν δέκατον ψαλμόν· 〈Ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου;〉 καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐπὶ μὲν τοὺς δυνάστας καὶ τοὺς ἄρχοντας πεποίθασιν οἱ τῶν ἀνθρώπων κουφότεροι, τὰς σκιὰς τῶν ἀνδριάντων τοὺς ἀνθρώπους νομίζοντες καὶ τὰ τῆς ἀράχνης ὑφάσματα νεφέλας ὑψηλὰς εἶναι ὑπολαμβάνοντες. Ὁ δὲ προφήτης καὶ πᾶς ὁ τούτου μιμητὴς ἀποφεύγει μὲν πάντα τὸν ἐπηρμένον καὶ ὑπερήφανον ὡς καπνὸν ὑψούμενον· καπνοῦ γὰρ ἐπηρμένου οὐδὲν διαφέρει ὁ ὑπερήφανος, ἐν τῷ ὑψοῦσθαι διαλυόμενος. Προσφεύγει δὲ τῷ θεῷ πολιορκούμενος καὶ τὰς ἀπειλὰς ὡς ψεκάδας λογιζόμενος καὶ λέγων· 〈Ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;〉 Καὶ ταῦτα μὲν ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ τὰ πρῶτα, ἔσχατον δὲ ὑπὸ τοῦ Ἀβεσσαλὼμ ὁ Δαυὶδ διωκόμενος ἔλεγε, καὶ ὑπὸ πατρὸς καὶ υἱοῦ πολιορκούμενος. Καὶ ὅτι πατέρα τὸν Σαοὺλ ἐκάλει, αὐτὸς λέγει ὅτι χριστὸς κυρίου ἐστὶ καὶ πατήρ. Οὐδένα τῶν στρατηγῶν καὶ ἀρχόντων ἐπεσπᾶτο βοηθὸν ἢ σύμμαχον. Ἤιδει γὰρ ὅτι οὐδέποτε τὸ ἀσφαλὲς ἔχει, ἀδελφοί, ὁ τοῦ θεοῦ καταφρονῶν καὶ τοῖς ἄρχουσι θαρρῶν. Κἂν γὰρ ἡ δυναστεία ἰσχυρά, ἀλλ᾽ ἡ φύσις ὀλισθηρά· κἂν τὸ ἀξίωμα λαμπρόν, ἀλλὰ τὸ ζῷον θνητόν· κἂν ἡ περιβολὴ σιδηρᾶ, ἀλλ᾽ ὁ περιβεβλημένος σαθρὸς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δυναστείᾳ πολλὰ κινδυνεύων καὶ ναυαγῶν.
Μετάφραση
Εις τον δέκατο ψαλμό: «Στον Κύριο έχω στηρίξει την ελπίδα μου· πώς θα πείτε στην ψυχή μου;» και τα εξής. Στους δυνάστες και τους άρχοντες εναποθέτουν την πεποίθησή τους οι πιο επιπόλαιοι των ανθρώπων, νομίζοντας ότι οι άνθρωποι είναι σκιές ανδριάντων και εκλαμβάνοντας τους ιστούς της αράχνης για ψηλά σύννεφα. Ο προφήτης όμως και κάθε μιμητής του αποφεύγει κάθε αλαζόνα και υπερήφανο σαν καπνό που υψώνεται· διότι σε τίποτα δεν διαφέρει ο υπερήφανος από τον καπνό που υψώνεται, αφού καθώς υψώνεται διαλύεται. Προσφεύγει δε στον Θεό όταν πολιορκείται, θεωρώντας τις απειλές σαν σταγόνες βροχής και λέγοντας: «Στον Κύριο έχω εναποθέσει την ελπίδα μου· πώς θα πείτε στην ψυχή μου: Μετανάστευσε στα βουνά σαν το σπουργίτι;» Και αυτά τα έλεγε ο Δαβίδ διωκόμενος αρχικά μεν από τον Σαούλ, αργότερα δε από τον Αβεσσαλώμ, πολιορκούμενος και από πατέρα και από γιο. Και το ότι αποκαλούσε πατέρα του τον Σαούλ, ο ίδιος το λέει, διότι είναι χρισμένος του Κυρίου και πατέρας του. Κανέναν από τους στρατηγούς και τους άρχοντες δεν καλούσε ως βοηθό ή σύμμαχο. Διότι γνώριζε, αδελφοί, ότι ποτέ δεν έχει ασφάλεια αυτός που καταφρονεί τον Θεό και στηρίζεται στους άρχοντες. Επειδή, έστω κι αν η εξουσία είναι ισχυρή, η ανθρώπινη φύση όμως είναι ολισθηρή· κι αν το αξίωμα είναι λαμπρό, το πλάσμα όμως είναι θνητό· κι αν η πανοπλία είναι σιδερένια, αυτός όμως που την φοράει είναι φθαρτός και μέσα στην ίδια την εξουσία του διατρέχει πολλούς κινδύνους και ναυαγεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες