Εἰ ἐκεῖ πέτρινα οἰκήματα τοὺς οἰκήτορας οὐκ ὠφέλησαν, οὐδὲ τὰ προτειχίσματα τοὺς πολίτας ἐφύλαξεν, ἀλλὰ σὺν τοῖς φυλαττομένοις τὰ φυλάττοντα ὠλοθρεύθησαν, τίς βεβαιώσει ἢ ἐγγυήσεται ὅτι θνητοὶ ἄνθρωποι θνητοῖς ἀνθρώποις προσφυγόντες τὸ ἀσφαλὲς ἕξομεν; 〈Ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα.〉 Ἐπεὶ οὖν τῷ Δαυὶδ διωκομένῳ καὶ πολεμουμένῳ βαρύτεροι τῶν πολεμούντων οἱ σύμμαχοι ἐγίνοντο καὶ τὰς ἐκείνων αὐτῶν ἀπειλὰς παρετραγῴδουν καὶ παρεψιθύριζον, ἐν μὲν τῷ πρὸ τούτου ἐνάτῳ ψαλμῷ λέγοντες αὐτῷ περὶ τοῦ Σαοὺλ ὅπως μετὰ τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν περιοίκων τυράννων κρυφῇ ἐνεδρεύει κατ᾽ αὐτοῦ—〈Ἐγκάθηταί,〉 φησίν, 〈ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον· ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ〉— ἐν δὲ τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ ἐκθαμβεῖσθαι αὐτὸν καὶ δειλιᾶν τοὺς κατ᾽ αὐτοῦ ὁπλιζομένους ἔλεγον· 〈Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον, ὅτι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ,〉 διὰ ταῦτα τὸν κονιορτὸν τῶν τοιούτων ῥημάτων ἀποτινασσόμενος ἔλεγε· Κἂν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐπὶ τόξα καὶ βέλη καὶ φαρέτρας πεποίθασιν, ἐγὼ 〈ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα.〉 Ἐπεὶ οὖν 〈οἱ πεποιθότες ἐπὶ τὸν κύριον ὡς ὄρος Σιὼν〉 γίνονται, 〈πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;〉 Πῶς τὸ ὄρος ὡς στρουθίον εἰς ὄρη μεταναστήσεται;
Μετάφραση
Αν εκεί τα πέτρινα οικήματα δεν ωφέλησαν τους κατοίκους, ούτε τα προτειχίσματα φύλαξαν τους πολίτες, αλλά μαζί με τους φυλασσόμενους εξολοθρεύτηκαν και εκείνα που τους φύλασσαν, ποιος θα βεβαιώσει ή θα εγγυηθεί ότι, εμείς οι θνητοί άνθρωποι, καταφεύγοντας σε θνητούς ανθρώπους, θα βρούμε ασφάλεια; «Στον Κύριο έχω στηρίξει την ελπίδα μου». Επειδή λοιπόν, όταν ο Δαβίδ καταδιωκόταν και δεχόταν πόλεμο, οι σύμμαχοί του γίνονταν πιο δυσβάστακτοι από αυτούς που τον πολεμούσαν, και δραματοποιούσαν τις απειλές εκείνων ψιθυρίζοντάς τες, λέγοντάς του αφενός στον προηγούμενο, τον ένατο ψαλμό, για τον Σαούλ, πώς μαζί με τους στρατηγούς και τους γειτονικούς τυράννους στήνει κρυφά ενέδρα εναντίον του —«Κάθεται», λέει, «σε ενέδρα μαζί με πλουσίους σε απόκρυφα μέρη για να σκοτώσει αθώο· στήνει ενέδρα σε κρυφό μέρος σαν λιοντάρι στη φωλιά του»— αφετέρου στον προκείμενο ψαλμό του έλεγαν να καταληφθεί από τρόμο και να δειλιάσει μπροστά σε αυτούς που οπλίζονταν εναντίον του: «Μετανάστευσε στα βουνά σαν σπουργίτι, διότι, ιδού, οι αμαρτωλοί τέντωσαν το τόξο, ετοίμασαν τα βέλη τους στη φαρέτρα για να κατατοξεύσουν στο σκοτάδι τους ευθείς στην καρδιά», γι' αυτό, αποτινάσσοντας τη σκόνη τέτοιων λόγων, έλεγε: Ακόμη κι αν οι αμαρτωλοί έχουν εναποθέσει την πεποίθησή τους σε τόξα και βέλη και φαρέτρες, εγώ «στον Κύριο έχω ελπίσει». Επειδή, λοιπόν, «εκείνοι που έχουν στηριχθεί στον Κύριο γίνονται σαν το όρος Σιών», «πώς λέτε στην ψυχή μου: Μετανάστευσε στα βουνά σαν σπουργίτι;» Πώς το βουνό θα μεταναστεύσει στα βουνά σαν σπουργίτι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες