Ἠγρύπνησα καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματι,〉 τὰς ψαλμῳδίας κελαδῶν καὶ οὐ δειλίαν νοσῶν. Διὸ καὶ ἡ ψυχή μου ἀεὶ 〈ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων, ὅτι ἰδού,〉 φησίν, 〈οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον·〉 ὅλως ἁμαρτωλοὶ ἐνετείναν. Καὶ πότε ἀστέρες ἄμμον ἐφοβήθησαν; Ἢ πότε ἀετοὶ κανθάρους ἐδειλίασαν;
Μετάφραση
«Αγρύπνησα και έγινα σαν το σπουργίτι που μένει μονάχο στη στέγη», κελαηδώντας τις ψαλμωδίες και χωρίς να πάσχω από δειλία. Γι' αυτό και η ψυχή μου πάντοτε «λυτρώθηκε από την παγίδα των κυνηγών, διότι ιδού», λέει, «οι αμαρτωλοί τέντωσαν το τόξο»· πράγματι οι αμαρτωλοί το τέντωσαν. Και πότε τα άστρα φοβήθηκαν την άμμο; Ή πότε οι αετοί δείλιασαν μπροστά στα σκαθάρια;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες