Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν,〉 καὶ διὰ τοῦτο 〈ὁ κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν διέκυψε.〉 Πῶς διέκυψεν; Ἢ σείων τὸ πᾶν ἢ κεραυνοὺς πέμπων ἢ φόβητρα ποιῶν καὶ δεικνύων τὴν ἑαυτοῦ ἀγανάκτησιν, 〈ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν; Κύριος ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν διέκυψεν,〉 ἵνα ἴδῃ ἡ γῆ, ἡ ἀνθρωπότης, ἀγανακτοῦντα δεσπότην, καὶ ἁμαρτάνουσα παύσηται. Ὥσπερ γὰρ οἰκετῶν κάτω ἐν αὐλῇ ἢ ἐν πλατείᾳ ἀτακτούντων ἄθεσμα δεσπότης ἢ βασιλεὺς παρακύπτει ἄνωθεν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν οἱ οἰκέται φοβηθῶσι καὶ ἡσυχάσωσιν, οὕτως ἐπειδὴ πᾶσα ἡ γῆ ἐσκίρτα πρὸς τὴν ἀσέβειαν, 〈κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν διέκυψεν,〉 ἵνα φοβηθεῖσα ἡ γῆ ἡσυχάσῃ ἁμαρτάνουσα. Καὶ τούτου μάρτυς ὁ προφήτης εἰπών· 〈Γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν ἐν τῷ ἀναστῆναι εἰς κρίσιν τὸν θεόν.〉 Καὶ ἐπειδὴ εἶπε· 〈Πάντες ἐξέκλιναν,〉 τὸ δὲ 〈πάντες〉 πολλάκις καὶ ἐπὶ τοῦ πλείονος μέρους λαμβάνεται ὡς τὸ 〈Πάντες με ἐγκατέλιπον,〉 καὶ μὴν οἱ γνήσιοι μαθηταὶ τὸν Παῦλον οὐ κατέλιπον, ἵνα δείξῃ τὸ ὁλόστολον τοῦ κόσμου ναυάγιον, ἐπάγει· 〈Οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.〉 Ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς, ἀπὸ τοῦ ἐσχάτου πένητος ἕως τοῦ κρατοῦντος, ὅλος ὁ κόσμος νοσεῖ. Ἕνα ζητεῖ ὁ θεὸς πιστὸν καὶ δίκαιον, ὡς ἐν Χαλδαίοις τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἐν Σοδόμοις τὸν Λώτ.
Μετάφραση
«Όλοι παρεξέκλιναν, όλοι μαζί εξαχρειώθηκαν», και γι' αυτό «ο Κύριος από τον ουρανό έσκυψε προς τη γη». Πώς έσκυψε; Είτε σείοντας το σύμπαν είτε στέλνοντας κεραυνούς είτε προκαλώντας φόβητρα και δείχνοντας την αγανάκτησή του, «αυτός που επιβλέπει τη γη και την κάνει να τρέμει; Ο Κύριος από τον ουρανό έσκυψε προς τη γη», ώστε να δει η γη, δηλαδή η ανθρωπότητα, τον Δεσπότη να αγανακτεί, και να σταματήσει να αμαρτάνει. Διότι, όπως ακριβώς όταν οι υπηρέτες ατακτούν παράνομα κάτω στην αυλή ή στην πλατεία, ο κύριος ή ο βασιλιάς προβάλλει από πάνω, ώστε βλέποντάς τον οι υπηρέτες να φοβηθούν και να ησυχάσουν, έτσι και επειδή ολόκληρη η γη ορμούσε ατίθασα προς την ασέβεια, «ο Κύριος από τον ουρανό έσκυψε προς τη γη», ώστε η γη, αφού φοβηθεί, να ησυχάσει από την αμαρτία. Και μάρτυρας αυτού είναι ο προφήτης που είπε: «Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, όταν σηκώθηκε ο Θεός για να κρίνει». Και επειδή είπε: «Όλοι παρεξέκλιναν», και η λέξη «όλοι» πολλές φορές εκλαμβάνεται ότι αφορά το μεγαλύτερο μέρος, όπως στο χωρίο «Όλοι με εγκατέλειψαν» –και όμως οι γνήσιοι μαθητές δεν εγκατέλειψαν τον Παύλο– για να δείξει το ολοκληρωτικό ναυάγιο του κόσμου, προσθέτει: «Δεν υπάρχει αυτός που πράττει την αγαθότητα, δεν υπάρχει ούτε ένας». Από τα πόδια έως το κεφάλι, από τον έσχατο φτωχό έως τον άρχοντα, ολόκληρος ο κόσμος νοσεί. Έναν πιστό και δίκαιο αναζητεί ο Θεός, όπως τον Αβραάμ ανάμεσα στους Χαλδαίους και τον Λωτ στα Σόδομα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες